«SOS στην άκρη του τούνελ»

Mε αφορμή τα εικαστικά σχόλια
του Απόστολου Γιαγιάννου
για το ποδόσφαιρο

[Πρώτη δημοσίευση, εφημ. Αξία, 2/7/2011]

Πετροχελίδονο εκωφάθη
από τις άναρθρες κραυγές
φανατισμένων
θεατών του ποδοσφαίρου

Μάνος Χατζιδάκις, Μυθολογία

Σε μια παλαιότερη ζωγραφική έκθεση του Απόστολου Γιαγιάννου, με τίτλο One Way (Μονόδρομος, 2007), μια γοητευτική μαϊμού-τερματοφύλακας ξεπροβάλλει μέσα από μια συνομάδωση αρχαιοελληνικών μνημείων και υπερσύγχρονων κτιρίων, κρατώντας μια ποδοσφαιρική μπάλα και καλώντας μας να συμπαίξουμε. Εδώ η μπάλα λειτουργεί ως σύμβολο του παιχνιδιού, αλλά ίσως και του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, ενώ η μαϊμού συμβολίζει αφενός τα ένστικτα, αφετέρου τον νεοελληνικό πιθηκισμό ξένων αντιλήψεων και ηθών. Σε ένα άλλο εξαιρετικό έργο του Γιαγιάννου, μια μπάλα έχει κατακλυστεί από μανιακούς σκαραβαίους, ενώ η διπλανή της έχει χάσει το σφαιρικό της σχήμα. Αυτή η γωνιώδης μπάλα δεν κυλάει, δεν αναπηδάει, κοινώς δεν παίζεται με τίποτα. Με τη γλυπτική μεταφορά της κυβοποιημένης ποδόσφαιρας ο Γιαγιάννος μεταπλάθει εύστοχα τη σημερινή μας κατάσταση: όσο δυνατά κι αν κλοτσάμε τη μπάλα του πολιτισμού μας, αυτή φανερώνεται αμετανόητα κολλημένη, ενώ εμείς τραυματιζόμαστε διαρκώς.

Εδώ και μερικές τουλάχιστον δεκαετίες βρισκόμαστε σε ένα τούνελ μακρύ, λαβυρινθώδες και κακοφωτισμένο. Μόνο που οι περισσότεροι νομίζουν πως σε αυτό το τούνελ βρισκόμαστε εδώ και ενάμιση χρόνο. Η βόλτα μας σε αυτό το τούνελ της σύγχρονης Ελλάδος και Άπω Δύσης θα ξεκινήσει από την αγαπημένη ενασχόληση του δυτικού ανθρώπου, την τηλοψία και ζωντανή παρακολούθηση αθλημάτων και δη του ποδοσφαίρου, βασιλιά των σπορ και των ενστίκτων. Λένε πως το ποδόσφαιρο αντανακλά την κοινωνία. Στο γήπεδο υπάρχουν δύο εξέδρες, μία των επισήμων, της «ελίτ», και μία των ανεπισήμων, του «λαού», ένας αγωνιστικός χώρος όπου διεξάγεται το άθλημα, ομάδες που αγωνίζονται για τη νίκη, ιδιοκτήτες-πρόεδροι που τρίβουν τα χέρια τους με όλα όσα κερδίζουν, ακόμα κι όταν η ομάδα τους χάνει, παράγοντες που παίζουν ποικίλους διαμεσολαβητικούς ρόλους, διαιτητές που διευθύνουν ή παριστάνουν πως διευθύνουν αμερόληπτα τον αγώνα, αστυνομικοί έτοιμοι για όλα, που ωστόσο μένουν απελπιστικά άπραγοι όταν ξεσπούν επεισόδια, το πανταχού παρόν κράτος που κερδίζει αστρονομικά ποσά από τον τζόγο, «παράγκες» εξωφρενικής πολυτέλειας κ.λπ. Εν γένει πρόκειται για έναν ετερόκλητο εσμό ανθρώπων που παρακολουθούν τα τεκταινόμενα και συμμετέχουν με χειροκροτήματα και επευφημίες, ξύλο και εκτόξευση αντικειμένων. Κι όποιον πάρει η μπάλα.

Όλα αυτά είναι πασίγνωστα, εξού και πληκτικά. Κι όμως, συχνά ακούς ότι τίποτα δεν δουλεύει όπως προβλέπεται. Λάθος: στα γήπεδα είναι όλα στημένα για να δουλεύουν ακριβώς όπως δουλεύουν. Ακόμα και η βία, που τάχατες διαρκώς στιγματίζεται και διαρκώς επαναλαμβάνεται ακολουθώντας το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα περί τραγωδίας και φάρσας, αρκεί για να αποδείξει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Τα πάντα μες στα γήπεδα συνιστούν μια καλορυθμισμένη παράσταση με στόχο την επίτευξη οικονομικών κερδών και κοινωνικών ερεισμάτων από την πλευρά των διοικούντων, καθώς και την έμεση ενστίκτων από την πλευρά των οπαδών. Και προπάντων, την εκτεταμένη διάχυση της αποχαύνωσης. Είναι σαφές πως όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την αγάπη για το σώμα και την εύρεση υγιών προτύπων ζωής, δηλαδή το βασικό νόημα του αθλητισμού.

Εν πάση περιπτώσει, αυτό που οι επαγγελματίες γραφιάδες δεν (ξέρουν ή δεν θέλουν να) γράφουν είναι ότι το ποδόσφαιρο έπαψε να αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνίας, καθώς πλέον η ίδια η σύγχρονη, μεταμοντέρνα κοινωνία έχει γίνει αντανάκλαση (και) του ποδοσφαίρου. Άρτος και θεάματα υπάρχουν ασφαλώς παλαιόθεν. Πριν από τη μεταμοντέρνα εποχή, ωστόσο, η διάκριση πραγματικής ζωής και θεάματος ήταν προφανής. Σήμερα, αντιθέτως, αυτή η διάκριση έχει ισοπεδωθεί έως και αντιστραφεί. Η σημερινή δυτική κοινωνία αντανακλά όλα τα θεάματα που έχουν λάβει την πρωτοκαθεδρία στη ζωή του μεταμοντέρνου ανθρώπου και με βάση τα οποία σταθμίζονται και προγραμματίζονται πλέον οι πραγματικοί όροι της ζωής του. Μπροστά σε έναν πολιτισμό στημένο με κριτήρια οικονομικού και θεαματικού πρωταθλητισμού, ακόμα και η εκάστοτε απόδειξη στημένων αγώνων ρίχνει τραγελαφικά στάχτη στα μάτια. Ωσάν δηλαδή το πρόβλημα να είναι μερικοί «κακοί» και όχι ένα σύστημα δομικής υποκρισίας, στην κορυφή του οποίου φιγουράρουν οι πολιτικές και δικαστικές αρχές.

Πού είναι η μπάλα;

Την έχουμε χάσει, όχι όμως στο ποδόσφαιρο, αλλά στον συνολικό πολιτισμό μας. Σε αυτό το κείμενο, έχοντας ως βασική πρόθεση την κατανόηση και όχι την καταγγελία ή τον κλαυθμυρισμό, επιθυμούμε να εντάξουμε στο γενικότερο πλαίσιο του μεταμοντέρνου πολιτισμού, πέρα από την ποδοσφαιρομανία, και την προϊούσα χρεοκοπία της χώρας μας. Προχωρώντας λοιπόν στο τούνελ, συναντούμε την ελληνική κοινωνία, που, όπως μαθαίνουμε, υποβαστάζεται στη ζωή με τεχνητές αναπνοές όντας σε κατάσταση κρίσης. Ωστόσο, η λέξη «κρίση», που την ακούμε και τη συζητάμε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας να γράφει εκθέσεις στο σχολείο, είναι παραπλανητική, διότι υποδηλώνει πως όλα πήγαιναν περίφημα μέχρι χτες και ξαφνικά πήραν λάθος πορεία. Ας δούμε με έναν κατ’ ανάγκην σχηματικό τρόπο πώς την ερμηνεύουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Σύμφωνα με την ιδεολογικά κυρίαρχη Αριστερά, για την «κρίση» φταίνε κυρίως οι δεξιοί (σοσιαλιστές και συντηρητικοί) πολιτικοί, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός με τις τοκογλυφικές αγορές του, καθώς και τα αστικά ΜΜΕ που τους στηρίζουν. Σύμφωνα με την πολιτικά κυρίαρχη Δεξιά, η «κρίση» οφείλεται κυρίως στον (αριστερό) συνδικαλισμό, στην ελλιπή εφαρμογή των νόμων από σοσιαλιστικές κυβερνήσεις (ναι, οι σοσιαλιστές παίζουν και στις δύο ομάδες), καθώς και στους κάθε λογής ερασιτέχνες και επαγγελματίες αντιφρονούντες, κουκουλοφόρους, ανθέλληνες και τρομοκράτες.

Οι θέσεις αυτές ενέχουν βασικές αλήθειες, μόνο που ξεχνούν ή αγνοούν αδικαιολόγητα τη βασική συνιστώσα της μαζικοδημοκρατικής εποχής μας: τον υπερκαταναλωτισμό, ήτοι την κυρίαρχη ιδεολογία στον σύγχρονο μεταμοντέρνο κόσμο, η οποία διαποτίζει όλες τις κοινωνικές και οικονομικές τάξεις και τις κάνει να αγωνίζονται ψυχαναγκαστικά και ομοιοπαθητικά να ανεβαίνουν καταναλωτικές βαθμίδες. Έτσι εξηγείται ένα αμιγώς μεταμοντέρνο φαινόμενο: οι αριστεροί με δεξιές τσέπες, οι οποίοι μάλιστα βαυκαλίζονται ότι ξοδεύοντας πολλά ενισχύουν την (καπιταλιστική, φυσικά) οικονομία, όπως και οι δεξιοί με αριστερές ιδέες, υπέρ των οποίων φωνασκούν χωρίς ποτέ να τις φτάνουν ως τα λογικά τους άκρα. Σε τούτο το πλαίσιο, καμιά πολιτική παράταξη δεν τολμά να ασκήσει κριτική στον υπερκαταναλωτισμό, ακριβώς διότι έχει καταλάβει ότι θα χτυπήσει την κεντρική φλέβα στην καρδιά του σύγχρονου ανθρώπου. Απέναντι, λοιπόν, τόσο στον χυδαίο λαϊκισμό της Δεξιάς, που αθωώνει την ελίτ και τον λαό, όσο και στον ύπουλο λαϊκισμό της Αριστεράς, που αθωώνει μόνο τον λαό, υφίσταται μια κοσμοαντίληψη που κινείται σε μιαν αντιλαϊκίστικη, εξού και επικίνδυνη, κατεύθυνση.

Θα μπορούσε να προβλέψει κανείς τη σημερινή χρεοκοπημένη κατάσταση; Ασφαλώς. Η ιστορία του νεοελληνικού κράτους βρίθει υπέρογκων δανειακών συμβάσεων και συνακόλουθων χρεοκοπιών του. Ακόμα και ο πλέον άγνωμος Έλληνας θα είχε ακούσει (και θα όφειλε να είχε εισακούσει) αυτό που ορθά είχε δηλώσει ο δυστυχώς προσφιλέστερος πολιτικός της σύγχρονης Ελλάδας, πατέρας του τελευταίου πρωθυπουργού, το 1993, ότι «ή η χώρα θα αφανίσει το χρέος ή το χρέος θα αφανίσει τη χώρα». Συνάμα, ακόμα και πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, υπήρχαν αναλυτές που προέλεγαν με στιβαρά επιχειρήματα την «αργεντινοποίηση της Ελλάδας μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας». Αλλά και στον μάλλον ανύπαρκτο για τους εν πολλοίς αδιάβαστους Έλληνες χώρο των γραμμάτων, πολλοί έλληνες λογοτέχνες και στοχαστές, παρά τις σοβαρές κοσμοθεωρητικές και βιοπρακτικές διαφωνίες τους, έγραψαν πειστικά για τις δυσλειτουργίες του νεοελληνικού κράτους και τις ιδεοληψίες των Ελλήνων.

Παναγιώτης Κονδύλης

Ας δούμε μια άκρως χαρακτηριστική περίπτωση. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, στο περίφημο δοκίμιο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» (Εισαγωγή στο εμβληματικό έργο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, 1995), ανέλυσε καίρια τη νεοελληνική πραγματικότητα και προφήτευσε τη σημερινή της κατάσταση. Όχι φυσικά επειδή γεννήθηκε προφήτης, αλλά επειδή συνδύασε την τρομακτικά ευρυμαθή παιδεία του με την αξιολογικά ουδέτερη κρίση του. Κατά τον Κονδύλη, η νεότερη Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ μια συγκροτημένη αστική τάξη, ενεργή μέσα σε ένα κράτος λειτουργικό, ήτοι αποσυνδεδεμένο από τα πελατειακά κομματικά συμφέροντα και τις πατριαρχικές κοινωνικές δομές. Ενώ στη Δύση η αστική τάξη γεννήθηκε και παγιώθηκε ως η νέα προοδευτική δύναμη που εναντιώθηκε στα πανίσχυρα κληρονομημένα προνόμια της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, στα καθ’ ημάς απέκτησε αμέσως αρνητική χροιά εξαιτίας της αριστερής κριτικής.

Κατά τον Κονδύλη, η βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία της Ελλάδος επιβλήθηκε έξωθεν, μετά τον επαναστατικό Αγώνα του 1821, χωρίς να έχουν προηγηθεί όλες οι απαραίτητες κοινωνικές, πολιτισμικές και παραγωγικές ζυμώσεις τις οποίες γνώρισε ιστορικά η (Άπω) Δύση. Αποτέλεσμα; «Οι κοινωνικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών γενικά ενίσχυσαν τον χαρακτήρα της χώρας ως χώρας μικροϊδιοκτητών και μικροαστών. Όμως η ενίσχυση αυτή συντελέστηκε στη βάση ολότελα νέων καταναλωτικών συνηθειών, οι οποίες δεν καλύπτονταν από το υφιστάμενο παραγωγικό δυναμικό. Ακριβώς επειδή η ευημερία ήταν, με την ουσιαστική αυτήν έννοια, επισφαλής, το πελατειακό σύστημα επιτάθηκε αντί να συρρικνωθεί εξ αιτίας της υποχώρησης του πατριαρχισμού σε κοινωνικό επίπεδο». Στην Ελλάδα η διάκριση κράτους και κοινωνίας έμεινε «ημιτελής», εξού και όλα τα κόμματα, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους αρχές, ήταν και είναι πρωτίστως «κρατιστικά».

Στη σύγχρονη Ελλάδα, έγραφε ο Κονδύλης πριν από χρόνια, το καχεκτικό αστικό στοιχείο συντίθεται κυρίως από «νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες» και από επιχειρηματίες που έχουν ως πνευματικό ορίζοντα «όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως», ενώ το «όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα [χαρακτηρίζεται] από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας». Σε ατομικό επίπεδο, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων συνδυάζει «σχιζοφρενικά» την «παρασιτική κατανάλωση» στην πράξη με έναν «μυγιάγγιχτο εθνικισμό» στη θεωρία. Σε πολιτικό επίπεδο, «τα κόμματα πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό». Σε εθνικό επίπεδο, «η χώρα δεν παράγει τα καταναλωτικά αγαθά αλλά τα εισάγει, και για να τα εισαγάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της». Μας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;

Κατανάλωση του πολιτισμού, πολιτισμός της κατανάλωσης

Στο μπροστινό φύλλο των New York Times (έκδοση της Ελευθεροτυπίας, 22/5/2011) υπάρχει ένα άρθρο για έναν Έλληνα που με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης έχασε «τη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων που είχε ιδρύσει ο πατέρας του, το σπίτι, το αυτοκίνητο, το Rolex, την υπερηφάνεια και τώρα ακόμα και τη θέλησή του για ζωή». Δεν χρειάζεται σοφία για να καταλάβει κανείς ποιες είναι κατά σειρά οι προτεραιότητες του μεταμοντέρνου ανθρώπου. Είναι κρίμα η πλουραλιστική, δυναμική και δικαιολογημένη κινητοποίηση των «Αγανακτισμένων» όπου γης να αμαυρώνεται, δυστυχώς αλλά μοιραίως, από δηλώσεις διαδηλωτών του τύπου «χρωστάω για το αυτοκίνητο, τη μηχανή, τα ρούχα, τις διακοπές, το καινούριο κινητό μου…» Το βασικό ρήμα που εκστομίζει ο Έλληνας είναι πλέον το «Ανοίχτηκα», εννοώντας ότι πήρε πολλά δάνεια που αδυνατεί να ξεπληρώσει, και συνθηκολογώντας με τις τράπεζες την ίδια του τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα. Σκεφτήκαμε όμως ότι, αντί να ανοιχτούμε στις τράπεζες, ίσως θα έπρεπε πρώτα να ανοιχτούμε στο περιβάλλον, στην πλούσια ιστορία και γλώσσα μας, στην καλλιέργεια, στη φαντασία, καθώς και στα νέα προβλήματα που έχει γεννήσει ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος, όπως ο υπερπληθυσμός και η ραγδαία μετανάστευση; Αναλογιστήκαμε τις ψυχικές επιπτώσεις από την υπερκατανάλωση; Την κατάθλιψη, το υπαρξιακό κενό, την έλλειψη νοήματος;

Ακόμα και αν ξεπεραστεί η οικονομική κρίση, η πολιτισμική κρίση, σε εθνικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο, δεν θα έχει ξεπεραστεί. Ριζικές αλλαγές πρέπει να γίνουν άμεσα: αυστηρή τιμωρία επίορκων πολιτικών και τραπεζικών, φοροφυγάδων και διεφθαρμένων λειτουργών, δήμευση περιουσιών, διαγραφή του απεχθούς χρέους, εθνικές αλλαγές που όμως θα λειτουργήσουν μόνο με παράλληλες αλλαγές στον διεθνικό «καπιταλισμό-καζίνο». Για όλα αυτά έχει χυθεί άπλετο μελάνι. Ωστόσο, τι νόημα θα έχουν όλες αυτές οι αλλαγές, αν δεν οδηγούν σε έναν κόσμο με περισσότερο νόημα, βαθύτητα και ομορφιά; Για να το πούμε παραδειγματικά και δίχως καμιά αξιολογική ουδετερότητα: αν δεν αλλάξει ο πολιτισμός μας, τότε η ευκταία αναδιανομή του πλούτου απλώς θα ανατροφοδοτήσει τη φασιστική κουλτούρα των γηπέδων, τον ορυμαγδό των σκυλάδικων, τη γκλαμουριά του λαϊφστάιλ, την ψευδομορφιά των τηλεπροσώπων, την κενότητα μιας εικονικής ζωής. «Λεφτά υπάρχουν», και είναι πολλά, μόνο που μοιράζονται με τρόπο απολίτιστο, ανεύθυνο, αντιαισθητικό. Λένε πως οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών σιωπούν τις κρίσιμες ώρες. Κι όμως, οι περισσότεροι είναι πάντα εδώ και επαγρυπνούν, διότι πιστεύουν πως οι ώρες είναι πάντα κρίσιμες, σε αντίθεση με την πλειονότητα που τους αγνοεί επιδεικτικά, όταν δεν τους χλευάζει. Ντιέγκο Ριβέρα; Αυτός δεν παίζει δεξί χαφ στη Μπόκα Τζούνιορς;

Στην άκρη του τούνελ στη μεταμοντέρνα Ελλάδα και Άπω Δύση δεν βρίσκεται λοιπόν ένα φως, αλλά ένα SOS, για το πού πηγαίνει αυτός ο πολιτισμός. Αν έχουν δίκιο πλείστοι σοφοί, από τον Θουκυδίδη έως τον Φρόιντ, ότι ο πολιτισμός είναι ο φλοιός που περιβάλλει μια σφαίρα γεμάτη ορμές αυτοσυντήρησης και κατίσχυσης, τότε δεν μας απομένει παρά να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σκληραίνουμε και να στιλβώνουμε αυτόν τον φλοιό. Εδώ δεν προκρίνουμε έναν κόσμο καλλιτεχνών και διανοουμένων, ο οποίος θα κατέρρεε πάραυτα και ιλαροτραγικά, ούτε και τη ριζική μείωση της κατανάλωσης που, δίχως αλλαγή πολιτισμικού και οικονομικού μοντέλου, θα διέλυε ολοκληρωτικά την κοινωνία. Η προβοκατόρικη πρόταση του Xατζιδάκι, «Nα φέρουμε τους Ευρωπαίους να μας κυβερνήσουν, ώστε να μπορέσουμε εμείς να ασχοληθούμε με τα ουσιώδη», έχει νόημα μόνον αν πιστεύουμε πραγματικά ότι μπορούμε να ασχοληθούμε με τα ουσιώδη. Μπορούμε; Πολύ αμφιβάλλω, ιδίως όταν θυμάμαι ότι πολιτισμός και τουρισμός βρίσκονται υπό την αιγίδα του ίδιου υπουργείου.

Όπως και να έχει, με τα ουσιώδη ασχολείται συστηματικά, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο Απόστολος Γιαγιάννος, που σε ένα άλλο ζωγραφικό έργο του, την «Έκλειψη», βάζει ιδιοφυώς μια ποδοσφαιρική μπάλα να κρύβει τον ήλιο, όσο μια βλοσυρή μαϊμού την κοιτάζει εκνευρισμένη και όσο ένας All-Star χαζοχαρούμενος μας κοιτάζει επευφημώντας. Ή μήπως να θυμηθούμε εκείνο το εύγλωττο γλυπτό του με τις καρέκλες που έχουν τρυπήσει τη μπάλα, δείχνοντάς μας ότι ο πολιτισμός μας έχει ξεφουσκώσει εντελώς; Σε μιαν άλλη συνάφεια ο Μάνος Στεφανίδης, επικαλούμενος το έργο του Γιαγιάννου, είχε δηλώσει εύστοχα: «Έχουμε ανάγκη μιαν επανάσταση συνείδησης και αηδίας […] αν θέλουμε να επιβιώσουμε λίγο διαφορετικά από όσους νομίζουν ότι ζουν αλλά έχουν από καιρό πεθάνει». Αντί λοιπόν να μεμψιμοιρεί ο αρχοντοχωριάτης Έλληνας τραγουδώντας Θα ‘ρθει και για μας μια Κυριακή (αθλητική), οφείλει στον εαυτό του και στα παιδιά του να σκέφτεται καθημερινά όσα προσβάλλουν την όποια νοημοσύνη και αξιοπρέπεια του έχουν απομείνει και να δρα αναλόγως. Μέχρι τότε, επιστροφή στον τόπο του ελλείμματος.

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: