«Πεθαίνουν σαν χώρα. Ο Δημήτρης Δημητριάδης και οι (Νεο)Έλληνες»

Με πίνακες του Γιάννη Μαρκόπουλου

[Πρώτη δημοσίευση: εφημ. Αξία, 23/7/2011]

«Η Ελλάδα είναι ένας δημόσιος οργανισμός προσωπικού ολέθρου».
Δ. Δημητριάδης

Τον Αύγουστο «δεν υπάρχουν ειδήσεις», υπάρχουν όμως καταδύσεις, και μάλιστα άλλες από αυτές που φανταζόμαστε. Σε τούτο το κείμενο θα καταδυθούμε στο Πέρασμα στην άλλη όχθη (εκδ. Άγρα), ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που πήρε ο Γιώργος Καλιεντζίδης από τον Δημήτρη Δημητριάδη το 2000. Ποιητής, δραματουργός, πεζογράφος, μεταφραστής αρχαίων και νεότερων έργων, ο Δημητριάδης είναι μια συγκλονιστική μορφή στη σύγχρονη λογοτεχνία μας, μια μορφή της οποίας το εκτόπισμα διευρύνεται συνεχώς, ιδίως την τελευταία δεκαετία.

Αφορμή για το παρόν κείμενο στάθηκαν δύο απόψεις που διατυπώνονται εδώ και ενάμιση χρόνο. Πρώτον, ότι η «ελληνική κρίση» είναι αποκλειστικά οικονομική και ότι μόλις την ξεπεράσουμε, όλα θα κινούνται πάλι στον ίδιο υπέροχο δρόμο όπως πριν. Δεύτερον, ότι η προϊούσα ελληνική χρεοκοπία ήταν ένα αναπάντεχο συμβάν, που κανείς καλλιτέχνης, στοχαστής ή δημοσιολόγος δεν είχε ή δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει.

Εδώ θα εστιάσουμε σε όσα μας λέει ο Δημητριάδης για την Ελλάδα και τους Νεοέλληνες. Επειδή είναι δύσκολο όσο και ανεπιθύμητο να συνοψίσουμε τον καίριο λόγο του, απολογούμαστε εκ των προτέρων, αφενός για την παράθεση πολλών αυτούσιων χωρίων, αφετέρου για την υπεραπλούστευση της κοσμοθεωρίας του. Σημειωτέον ότι αυτές οι συνεντεύξεις δεν αντικαθιστούν επ’ ουδενί το λογοτεχνικό του έργο, ωστόσο το φωτίζουν και το επικυρώνουν.

Η λαϊκή παράδοση και ο παραδομένος λαός

Οι συνεντεύξεις ξεκινούν με ένα ζήτημα που, λόγω της μακραίωνης ελληνικής ιστορίας, είναι φλέγον: η παράδοση. Η παράδοση είναι ένα σύνολο από «έργα δημιουργίας […] ωστόσο η παράδοση δεν είναι κάτι το οποίο συντίθεται μόνον από την συνέχεια· η παράδοση έχει να κάνει και με την ρήξη» (σσ. 15-7). Κατά τον Δημητριάδη, η έννοια της παράδοσης έχει ανατραπεί. Η «πραγματική μας παράδοση» είναι ότι έχουμε παραδοθεί αμαχητί σε φαντάσματα του παρελθόντος που δεν έχουν πια καμία λειτουργικότητα, απεναντίας έχουν οδηγήσει στο γραφικότερο και χυδαιότερο φολκλόρ.

Ποια είναι η θέση του λαού σε σχέση με την παράδοση; Ο λαός «ως δημιουργικός παράγων, που δεν είναι πια, δεν έχει να προσφέρει τίποτε στην υπόθεση αυτή η οποία, κι αυτό είναι ένα ιστορικό οξύμωρο, τον αφορά οργανικά» (σ. 20). Μόνο οι μεμονωμένες περιπτώσεις δημιουργικών ατόμων μπορούν να διαταράσσουν τις «καθιερωμένες και παγιωμένες αντιλήψεις και απόψεις οι οποίες έχουν την τάση να διεκδικούν το αλάθητο και το αιώνιο, κυρίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου τα πάντα μεταλλάσσονται σε εθνικές εμμονές» και σε «απαραβίαστα στερεότυπα» (σσ. 24-5).

Ο λαός έχει καταντήσει «ένα καταναλωτικό ζώο ή ένας φορέας παροχής ψήφων και σχεδόν τίποτε περισσότερο» (σ. 34). Και μάλιστα, είναι συνυπεύθυνος, μαζί με την εξουσία, για την κατάντια του ιδίου και του τόπου του. «Για να μην πω ότι είναι ο πρώτος υπεύθυνος γι’ αυτό που συμβαίνει. […] Αυτό είναι πλέον η παράδοση. Ο λαός δεν αντιστέκεται πλέον σε τίποτε» (σσ. 34-5).

Παιδεία και καλλιέργεια

Πώς αλλάζουν τα πράγματα; Με παιδεία, απαντά ο συγγραφέας. «Και η παραίτηση και η νάρκωση έχουν να κάνουν με μια ατροφία των πνευματικών ενδιαφερόντων» (σ. 46). Πιστεύουμε πως παρότι, ή ακριβώς επειδή, το ζήτημα της παιδείας και της καλλιέργειας είναι καίριο και δυνάμει ανατρεπτικό, όλες οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας το συσκοτίζουν έμπρακτα και συστηματικά. Σε μια χώρα όπου η χρεοκοπία είναι πρωτίστως πολιτιστική, σχεδόν όλοι διαστρεβλώνουν τις θεμελιώδεις αιτίες της πνίγοντάς μας με νούμερα χωρίς τέλος, δηλαδή χωρίς σκοπό.

Κατά τον Δημητριάδη, παιδεία σημαίνει κριτήρια και αντιστάσεις, σημεία αναφοράς και λειτουργίες αξιολόγησης. Σημαίνει εις βάθος γνώση της πλούσιας ελληνικής γλώσσας, συντριβή της υποκρισίας, εναγκαλισμός όλων ανεξαιρέτως των πτυχών του βίου, αναζήτηση του υψηλού στην τέχνη, εντρύφηση στην κουλτούρα του Άλλου. Και ασφαλώς συστηματική ανάγνωση, για την οποία ο συγγραφέας επιφυλάσσει συγκινητικές σελίδες, επιβεβαιώνοντας τη θέση ότι στην Ελλάδα, πέραν του ότι η εκδοτική έκρηξη δεν συνοδεύτηκε από αναγνωστική έκρηξη, το επίπεδο των αναγνωσμάτων είναι συνήθως τόσο χαμηλό, ώστε οι άνθρωποι νομίζουν ότι καταναλώνοντας ένα οποιοδήποτε βιβλίο «θα προσφέρουν στον εαυτό τους κάποια αποενοχοποίηση για τις πολιτιστικές τους ελλείψεις» (σ. 146).

Το σκυλάδικο και οι κυνικοί πολιτικοί

Θα πει κανείς: μα αυτά αφορούν τον πολιτισμό, όχι την κοινωνία σε όλες τις εκφάνσεις της. Λάθος, απαντά ο Δημητριάδης, κάνοντας μια γλαφυρή μεταφορά όσον αφορά το επίπεδο άσκησης της πολιτικής στην Ελλάδα. «Η πολιτική και οι πολιτικοί, και οι δύο αυτές εκφάνσεις της πολιτείας, δεν νομίζω ότι έχουν καμία απόσταση από όσα συμβαίνουν, δηλαδή από την πραγματικότητα του “σκυλάδικου”. Το “σκυλάδικο” είναι η επίσημη διακυβέρνηση της Ελλάδας […] Αν η δικτατορία ήταν το απόλυτο σκοτάδι, μέσα στο οποίο συνουσιάζονταν η βλακεία με την κτηνωδία, η μεταπολίτευση είναι μια παραλλαγή εκείνου του σκοταδιού, μια παραλλαγή παραπλανητική και ύπουλη» (σ. 58).

Αυτά λέγονταν το 2000, όταν οι περισσότεροι διοικούντες και διοικούμενοι, που πλέον έχουν γίνει όψιμα κατήγοροι και μετά Χριστόν προφήτες, λαΐκιζαν ασύστολα. Ας θυμηθούμε τι συνέβαινε τότε, σε κλίμα υπέρμετρης ευφορίας και (οικονομικής) ανάπτυξης: η είσοδος στην ΟΝΕ, η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων, οι αφειδείς χρηματικές δόσεις από την Ευρώπη, αυτήν που τώρα οι εθισμένοι Έλληνες καταριούνται ως τοκογλυφική. Ναι, είναι. Όπως σε μεγάλο βαθμό είναι και φούσκα. Ωστόσο, και τα δύο (θα έπρεπε να) τα γνωρίζουμε.

Μπορούν άραγε οι σημερινοί πολιτικοί να αλλάξουν τα πράγματα; Μάλλον όχι, αφού, όπως λέει εύγλωττα ο συγγραφέας: «Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους δράστες των κατά συρροήν φόνων να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον δολοφόνο» (σ. 212).

Υπερκατανάλωση

Ο Δημητριάδης αναφέρει το υπερκαταναλωτικό ήθος ως βασική συνιστώσα του προβλήματος της σύγχρονης Ελλάδας. «Είναι απίστευτη η καθήλωση της Ελλάδας στην καταναλωτική εικόνα που χαλκεύτηκε στις αρχές του ‘60» (σ. 73). Τονίζει βέβαια ότι αυτό το ήθος είναι δυτικογενές: είναι μια «άθλια πρόταση ζωής που προωθούν οι ισχυρές χώρες και η οποία πρόταση δεν έχει να κάνει παρά μόνον με την κατανάλωση σε όλες της τις μορφές. Σε αυτήν την πρόταση έχει παραδοθεί απόλυτα και η Ελλάδα και είναι καταδικασμένη όχι μόνον να μην αντιτάξει κάτι διαφορετικό σε αυτό που της επιβάλουν αλλά και να το υποστηρίξει αυτό με ολοένα μεγαλύτερο φανατισμό ελλείψει άλλης δικής της εναλλακτικής πρότασης» (σσ. 75-6).

Επομένως, βρισκόμαστε σε τραγικό σημείο: «Η Ιστορία, για διάφορους λόγους, μας έχει φέρει στο σημείο να μην μπορούμε με τίποτε να καλύψουμε την απόσταση που μας χωρίζει από τους τελευταίους [τους ισχυρούς της Δύσης] στον τομέα της ανάπτυξης. Θα τρέχουμε αλλά δεν θα φτάνουμε» (σ. 76). Πριν από μια δεκαετία ή και παραπάνω, τέτοιες απόψεις καταδικάζονταν ως «πεσιμιστικές», «ανθελληνικές», «μηδενιστικές», «αντιευρωπαϊκές». Πόσο ακριβής μοιάζει τώρα αυτή η εικόνα μιας χώρας που τρέχει να προλάβει εξελίξεις που την υπερβαίνουν!

Εκσυγχρονισμός και συγχρονισμός

Και φτάνουμε στο πιο ευαίσθητο σημείο, που εδώ μόνο να το ακροθίξουμε μπορούμε: «πού ανήκομεν;» Κατά τον Δημητριάδη, παρότι «η Ελλάδα ανήκει στην Ασία» (σ. 190), πασχίζει να ζει και να σκέπτεται ωσάν να ανήκει στη Δύση. Αυτή η αντίληψη του συγγραφέα δεν είναι απόρροια εμπάθειας, αλλά εξάγεται λογικά εκ του (αρνητικού) αποτελέσματος. Το πιο ειρωνικό είναι ότι για να ανήκουμε κάποια στιγμή πλήρως στην (Άπω) Δύση, αφού το επιθυμούμε, «είμαστε υποχρεωμένοι, σχεδόν καταδικασμένοι, να τους αντιγράψουμε σε όλα, να πάρουμε σε όλα μαθήματα από αυτούς» (σ. 191).

Το «Ανήκομεν εις την Δύσιν» το λέει κανείς για να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους. Αν ίσχυε αυτονόητα, κανείς δεν θα είχε την ανάγκη να το διατυμπανίζει. Το ίδιο συμβαίνει με την αποκαλυπτική ελληνική έκφραση «Θα πάμε στην Ευρώπη», την οποία αναφέρει ο Δημητριάδης, προσθέτοντας ότι θα ήταν παράλογη για κάθε Ευρωπαίο. Το βασικό ζήτημα δεν είναι λοιπόν ο «εκσυγχρονισμός», που κατά τον συγγραφέα είναι ένα ψηφοθηρικό σλόγκαν των πολιτικών με στόχο κυρίως την οικονομική ανάπτυξη, αλλά ο «συγχρονισμός» με τις θεμελιώδεις ανάγκες του παρόντος.

«Μόνο αν απελπιστούμε πραγματικά, θα μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι θα μας δοθεί να καταλάβουμε» (σ. 77). Κατά την προσωπική μας γνώμη και πρόβλεψη, η σημερινή απελπισία των Ελλήνων, όπως και άλλων λαών, δεν βασίζεται στην κατανόηση των πραγματικών αιτιών της κρίσης, συνεπώς δύσκολα θα αποτελέσει εφαλτήριο για τη βελτίωση της πολιτιστικής και πολιτειακής μας συνθήκης.

Οι Νεοέλληνες και η τέχνη

Γνωστά όλα αυτά, θα έλεγε κανείς. Καθόλου γνωστά, θα αντιλέγαμε, και κυρίως καθόλου συνειδητοποιημένα, αφομοιωμένα, ικανά να μας ωθήσουν στην πολιτιστική μεταμόρφωσή μας. Κατά τον Δημητριάδη, οι Έλληνες δεν αγαπούν την τέχνη. Την περιφρονούν, τη χλευάζουν, δεν την έχουν ανάγκη. Το ίδιο κάνουν και με τον καλλιτέχνη. Τον μέμφονται και τον περιθωριοποιούν. Αναρωτιούνται διαρκώς: γιατί αυτός δεν ζει και δεν σκέφτεται σαν κι εμάς; Αυτή η «δεδικασμένη καταδίκη» οφείλεται στην «επαρχιακή νοοτροπία, κατάλοιπο μικρών κλειστών κοινοτήτων όπου λειτουργούσε ως αρχή ο αποδιοπομπαίος τράγος» (σσ. 200-1). Αυτός ο βομβαρδισμός της τέχνης φανερώνεται εύγλωττα και στο παρατιθέμενο εικαστικό έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου, όπου επίθεση δέχεται ακόμα και η αρχαιοελληνική θεότητα Υγιεία. Το σώμα της Ελλάδας ασθενεί.

«Όλοι δείχνουν ευχαριστημένοι και αλληλοκολακεύονται, μέσα όμως σε ένα γενικό κλίμα φθόνου, μίσους, αλληλοϋπονόμευσης και αλληλοεξόντωσης» (σ. 209). Αυτή η καίρια παρατήρηση αφορά τους πάντες, και ασφαλώς τους καλλιτέχνες. Όσοι έχουν έστω και μικρή πείρα στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της Ελλάδας βλέπουν πόση υποκρισία, πόση δουλοπρέπεια και πόσο αντικαλλιτεχνικό αλισβερίσι επικρατούν. Μεγάλα λόγια; Αναγκαστικά, αφού είναι μεγάλο, τεράστιο, το διακύβευμα. Είναι η ζωή, και μάλιστα, όπως επιθυμεί ο Δημητριάδης να τελειώσει η συνομιλία, η ζωή μας με «αξιοπρέπεια».

«Εμείς και οι Έλληνες»

Το Πέρασμα στην άλλη όχθη συνοδεύεται από ένα ούτως ειπείν μεγάλο κειμενάκι, δημοσιευμένο στα Νέα το 2000, με τίτλο «Εμείς και οι Έλληνες». Εδώ το «και» λειτουργεί διαζευκτικά: εμείς, ως Νεοέλληνες, δεν θα γίνουμε ποτέ (αρχαίοι) Έλληνες. Αλλά ευτυχώς. Διότι ακριβώς η προσπάθεια «να καλύψεις την απόσταση και να μην μπορείς» ανάμεσα σε ό,τι είσαι και σε ό,τι θα έπρεπε να είσαι, βάσει παράδοσης, είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να προχωρείς δίχως να οχυρώνεσαι πίσω από κατακτήσεις άλλων, δίχως να επαναπαύεσαι στα κεκτημένα. «Είναι καιρός, οι κάτοικοι αυτής της γεωγραφικής περιοχής να τρομάξουν γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν θα καταφέρουν ποτέ να είναι».

Η εμπράγματη φαντασία

Σε τούτη τη συνάφεια αξίζει να διαβάσουμε και μια πλούσια συλλογή, μια «πολύπλευρη συνεύρεση» κειμένων υπό τον παραπάνω τίτλο (εκδ. Ίνδικτος). Εδώ θα δούμε πως ο Δημητριάδης διείδε έγκαιρα τη δυσχερή νεοελληνική κατάσταση. Στην εναρκτήρια συζήτηση (1983), και ύστερα από ορισμένες εμβριθείς απαντήσεις σχετικά με το ζήτημα της λογοτεχνίας τις οποίες όλοι εμείς που (νομίζουμε ότι) γράφουμε λογοτεχνία οφείλουμε να τις μελετήσουμε βαθιά, ο Δημητριάδης υποστηρίζει πως οι Νεοέλληνες χρειάζονται συνεχώς μια δικαίωση που δεν τους την δίνει πια η πατρίδα τους, γι’ αυτό και αισθάνονται βαθιά ντροπή αλλά και παθολογική λατρεία γι’ αυτήν.

Και συνεχίζει, προοιωνίζοντας τη γνωστή συζήτηση για το ποιος έφαγε τι και πώς: «Η Ελλάδα είναι κατακτημένη από Έλληνες. Είμαστε υπό ελληνική κατοχή. Αυτό ξέρουμε τι σημαίνει, το βλέπουμε ανά πάσα στιγμή. Δεν είναι μόνον η Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της. Τρώνε και τα παιδιά της την Ελλάδα, και μάλιστα “τρώνε καλά”. Αυτό το πράγμα δεν μπορεί να αφήσει ήσυχη καμμιά συνείδηση. Ο ύπνος όλων μας θα έπρεπε να ‘ναι πολύ ταραγμένος» (σ. 38). Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, οι περισσότεροι κοιμόμαστε ακόμα, ή έστω έχουμε ξυπνήσει και αράζουμε προσπαθώντας μάταια να θυμηθούμε τα όνειρά μας.

Ο λαϊκισμός «είναι το τέλος του λαού»

«Να άλλος ένας που βρίζει την Ελλαδάρα μας», φωνασκεί κάποιος πατριωτικά μυγιάγγιχτος. «Να άλλος ένας που αγνοεί τον ταξικό διαχωρισμό», καταγγέλλει κάποιος μονίμως αυτοδικαιωμένος Αριστερός. «Η αλήθεια βρίσκεται στη μέση», αναφωνεί κάποιος πληκτικός θιασώτης του Κέντρου. Ωστόσο, ο Δημητριάδης δεν καταγγέλλει αλλά διαγιγνώσκει, δίχως αυταπάτες και εξιδανικεύσεις. «Για μένα η υπέρβαση της ψευδαίσθησης είναι η λύτρωση», γράφει χαρακτηριστικά. Συνάμα υπογραμμίζει την ακαταπόνητη, μα συνήθως χαμένη μάχη του ανθρώπου για αυτογνωσία. Επομένως δεν χαϊδολογεί τα συμπλέγματά μας, αλλά πασχίζει να διαφωτίσει και να αφυπνίσει τη σκέψη και την αίσθηση που έχουμε για την ταυτότητά μας. Αυτό δεν έχουμε αληθινά ανάγκη από έναν άνθρωπο των γραμμάτων;

Από την άλλη, γνωρίζει κάλλιστα πως δεν έχουν μόνο οι τοίχοι αυτιά, αλλά και τα αυτιά έχουν τοίχους, ιδίως τώρα που η πτώση του οικονομικού επιπέδου των Ελλήνων δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τη δουλειά εκείνου που θέλει να εμβαθύνει στα προβλήματα και να δείξει προσανατολισμούς, αποφεύγοντας τον λαϊκισμό. Ή μήπως τώρα είναι που χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ο αντιλαϊκισμός; Αυτό που με κάθε τρόπο δείχνει ο Δημητριάδης είναι ότι το ζήτημα της τέχνης δεν είναι ζήτημα πρωτίστως καλλιτεχνικό, αλλά ζήτημα αξιοπρεπούς ζωής για όλους.

Όπως κι αν έχει, ανεξάρτητα από το αν και πόσο αγαπά κανείς τον τόπο του, μόνο από υπέρμετρη αγωνία, ανεξάντλητο ενδιαφέρον, συμπαγή γνώση, ακέραιη συνείδηση και επιθυμία συλλογικής βελτίωσης δύναται να γράφει έγκυρα πράγματα γι’ αυτόν.

[Σημείωση: Οι πίνακες προέρχονται από την έκθεση:

Jannis Markopoulos, Picturization of “things visible and invisible”

στην Titanium Yiayiannos Gallery, 2010.]

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: