Η κλοπή της «Μόνα Λίζα»

[Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα «Αξία», 17/9/2011]

Ο φίλος Γιάννης Θωμάς, συμπολεμιστής στη μάχη για την υπεράσπιση της ψυχαναλυτικής θεώρησης, μού είχε κάποτε προτείνει, δικαίως ένθερμα, ένα βιβλίο με τον τίτλο Η κλοπή της Μόνα Λίζα. Συγγραφέας του, ο βρετανός ψυχαναλυτής Darian Leader (στη γλώσσα μας έχουν κυκλοφορήσει άλλα τρία βιβλία του). Ο υπότιτλος στην ελληνική έκδοση, «Εικόνες-σύμβολα της ανθρώπινης επιθυμίας», είναι κατατοπιστικός, ωστόσο έκπληξη προκαλεί ο υπότιτλος στο πρωτότυπο: «Τι είναι αυτό που η τέχνη μάς εμποδίζει να βλέπουμε». Μα είναι δυνατόν η τέχνη να μας εμποδίζει να βλέπουμε; Αμάν αυτοί οι ψυχαναλυτές!

Το θέμα έχει ως εξής: στις 21 Αυγούστου 1911 ο Βιντσέντζο Περούτζα, ένας ιταλός μπογιατζής, έκλεψε από το Λούβρο έναν από τους διασημότερους πίνακες όλων των εποχών: τη «Μόνα Λίζα». Η κλοπή μεταδόθηκε τάχιστα από όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης (στα καθ’ ημάς έγραψε επ’ αυτού ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου). Το Λούβρο γέμισε με επιθεωρητές της αστυνομίας που έπρεπε, πέρα από το να εντοπίσουν τον πίνακα, να εξηγήσουν πώς συνέβη αυτό το αδιανόητο έγκλημα.

Εντούτοις, ακόμα πιο συγκλονιστικό είναι το γεγονός ότι μετά την κλοπή, ο κόσμος που επισκεπτόταν το Λούβρο ειδικά για να (μη) δει τη «Μόνα Λίζα» αυξανόταν! Γιατί τόσες χιλιάδες άνθρωποι (πολλοί για πρώτη φορά στη ζωή τους) συνέρρεαν για να δουν την απουσία ενός πίνακα; Γιατί, όπως έγραψε μια εφημερίδα της εποχής, «κρατούσαν πυρετωδώς σημειώσεις» για ένα ανύπαρκτο αντικείμενο; Γιατί έβαλαν στο μάτι έναν άδειο τοίχο;

Το βλέμμα και η εικόνα

Ο Leader ξεκινά την πραγμάτευσή του από την οπτική. Αφότου εξηγήσει το πέρασμα από την οπτική θεωρία της «εκροής φωτός» στην οπτική θεωρία της «εισροής φωτός», ισχυρίζεται, ακολουθώντας τον Φρόιντ, ότι η οπτική μας περιέργεια έχει οργανωθεί γύρω από κάτι κρυφό, πρωτίστως τα όργανα της αναπαραγωγής μας. «Για τον Φρόιντ, η είσοδός μας στον πολιτισμό, ο εξανθρωπισμός μας, απαιτεί τον αποκλεισμό μέρους του σώματος – είναι το τίμημα που πληρώνουμε και, ταυτοχρόνως, η συνθήκη για την ηδονή όταν κοιτάζουμε».

Η ψυχανάλυση έχει εμπλουτίσει τις θεωρίες οπτικής με τον ισχυρισμό ότι το βλέμμα δεν περιλαμβάνει μόνο δύο μέρη, τον θεατή και το αντικείμενο της θέασης, αλλά και «ένα τρίτο μέρος που κοιτάζει τον θεατή». Αυτή είναι η θέση του Λακάν, του ιδιότυπου και μάλλον σπουδαιότερου συνεχιστή του Φρόιντ. Ο Λακάν, πέρα από γιατρός του Πικάσο, ήταν φίλος και συνομιλητής των περισσότερων υπερρεαλιστών, ενώ το ογκώδες έργο του έχει ασκήσει μεγάλη επίδραση στις τέχνες και τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Σύμφωνα με τη λακανική θεωρία, προτού το βρέφος αρχίζει να βλέπει, ήδη βλέπεται από εκείνους που το φροντίζουν. Αυτό, γράφει ο Leader, υποδηλώνει «πρώτον, ότι το βλέμμα μας συνδέεται δυναμικά με το βλέμμα κάποιου άλλου και, δεύτερον, ότι ευθύς εξαρχής κάποιος κοιτάζει εμάς». Αυτή η «δυναμική των βλεμμάτων» περιπλέκει την καθημερινή οπτική, και ασφαλώς την ιστορία (της θέασης) της τέχνης.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα ζώα, γεννιόμαστε πρώιμα και με ανολοκλήρωτο νευρικό σύστημα. Γι’ αυτό αντικατοπτριζόμαστε στους άλλους, πασχίζοντας να πληρώνουμε τα ελλείμματά μας και να σχηματίζουμε ταυτότητα. Ωστόσο η εικόνα «μας δίνει μια σωματική ενότητα με αντίτιμο έναν διχασμό, μια ασυμφωνία στην ταυτότητά μας». Οι εικόνες «μάς διαμορφώνουν, μας καθηλώνουν, μας σαγηνεύουν, μας αλλοτριώνουν». Ο άνθρωπος είναι μια μηχανή που συλλαμβάνει, αλλά κυρίως συλλαμβάνεται από, εικόνες. Όπως το θέτει εύστοχα ο Leader: «Μια εικόνα είναι μια μηχανή που συλλαμβάνει ανθρώπους».

 Το «κακό μάτι»

Ο Leader αναφέρει την περίπτωση του βρετανού ζωγράφου Λ. Σ. Λόουρι, που ενώ ήταν φημισμένος για τα έργα του με τις πολύβουες σκηνές σε αστικά τοπία, ζωγράφιζε στα κρυφά και σε μακάβριες σκηνές μια νεαρή φίλη του. Όταν εκείνη τον κληρονόμησε, ανακάλυψε τα κρυφά έργα και ήρθε αντιμέτωπη με τον εαυτό της έτσι όπως την έβλεπε εκείνος με το φρικτό βλέμμα του. Ακόμα και στους γνωστούς πίνακές του εντοπίζονται βασανισμένα γυναικεία κορμιά, ορατά μόνο αν οι πίνακες κοιτάζονται από πλάγια. Εδώ «ο ζωγράφος βλέπει την αδυναμία μας να δούμε […] το βλέμμα του ζωγράφου είναι ενσωματωμένο στην εικόνα».

Τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα (δεν) θέλουμε να δούμε; Σύμφωνα με τον Λακάν, σε μερικές περιπτώσεις «οι εικαστικές τέχνες λειτουργούν ως περικάλυμμα που στόχο έχει να εκτρέψει το κακό μάτι, να το αφοπλίσει». Η εικαστική τέχνη, πέρα από το να μιμείται, να αναπαριστά ή να εκφράζει κάποια πραγματικότητα, συχνά υπάρχει για να ξεγελά το βλέμμα μας. Όπως είπε ο Μπέικον, η ζωγραφική στήνει μια παγίδα στο μάτι. Ούτως ειπείν, μας κλείνει το μάτι για να την προσέξουμε.

Ας δούμε ένα παράδειγμα της λακανικής οπτικής πυραμίδας, που περιλαμβάνει το υποκείμενο, μια μάσκα και το βλέμμα του Άλλου. Ο Πικάσο εξομολογήθηκε ότι συνειδητοποίησε γιατί είναι ζωγράφος μόνο αφότου συνέλαβε τις «Δεσποινίδες της Αβινιόν» και κατάλαβε ότι «ήταν ο πρώτος μου πίνακας εξορκισμού». Οι αφρικανικές μάσκες τις οποίες έβλεπε εκείνη την περίοδο εξόρκιζαν, όπως πίστευε ο ίδιος, το άγνωστο, το εχθρικό, το κακό. Για τον Leader, «η μάσκα δεν βρίσκεται εκεί για να εκφράσει κάτι, αλλά για να προφυλάξει από μια κακόβουλη δύναμη». Ως ένδειξη, ο Leader (με διδακτορική διατριβή στην αρχαιοελληνική κωμωδία) ετυμολογεί τη λέξη «μάσκα» ως αντιδάνειο από το «βασκαίνω», δηλαδή ματιάζω.

Το κενό και πώς (δεν) το αποφεύγουμε

Σύμφωνα με την ψυχανάλυση, ό,τι κάνουμε ή έχουμε κάνει πηγάζει πρωτίστως από ό,τι χάνουμε ή έχουμε χάσει. Από αυτά που χάνουμε κατά τη διαδικασία του εξανθρωπισμού μας δημιουργείται ένας κενός (εσωτερικός) χώρος, ενώ η προσπάθεια να τον αναπαραστήσουμε ή να τον συμβολοποιήσουμε πέφτει συχνά στο κενό. «Ο κενός χώρος έρχεται να ενσαρκώσει αυτό από το οποίο έχουμε αποχωριστεί, αυτό που χάσαμε καθώς περνούσαμε από τη βρεφική και την παιδική μας ηλικία». Αυτή τη διάσταση ανάμεσα στον χώρο και στο αντικείμενο που έρχεται να τον πληρώσει, μας τη δείχνει η κλοπή της Μόνα Λίζα, αλλά και το παράδειγμα του αγγειοπλάστη, που κατασκευάζει έναν κενό χώρο.

O Λακάν ονόμασε τον κενό χώρο «Πράγμα» και υποστήριξε ότι αυτό είναι το κλειδί για τη μελέτη της μετουσίωσης. Εδώ αντιτέθηκε στον Φρόιντ και στη δική του θεωρία για τη μετουσίωση της σεξουαλικής ορμής σε κοινωνικά ωφέλιμο έργο. «Στη λακανική ορολογία, τα αντικείμενα τέχνης μπαίνουν στη θέση του Πράγματος, το οποίο δεν μπορεί ποτέ να αναπαρασταθεί αλλά μόνο να ανακληθεί ως ένα επέκεινα. Γι’ αυτό θα υπάρχει πάντα μια ένταση μεταξύ του έργου τέχνης και του χώρου που καταλαμβάνει». Αυτός ο κενός χώρος είναι η διάσταση ανάμεσα σε ένα κενό επιθυμίας και σε οποιοδήποτε αντικείμενο διατείνεται ότι μπορεί να το γεμίσει. Κατά τον Leader, «ο διαχωρισμός μεταξύ του έργου και του κενού χώρου που καταλαμβάνει είναι, ίσως, το καθοριστικό στοιχείο σε πρωτοποριακά, προγραμματικά έργα, όπως το “Μαύρο Τετράγωνο” του Μάλεβιτς».

Η λακανική ιδέα για μια ζώνη κενότητας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε υπό νέο πρίσμα πολλές δημιουργίες, από τις σπηλαιογραφίες μέχρι τα κινέζικα παραβάν. «Μια ζωγραφισμένη επιφάνεια υποδεικνύει κάτι πέρα από αυτήν· οριοθετεί μια απρόσιτη ζώνη» και λειτουργεί ως περικάλυμμα αυτής της ζώνης. Σε αυτή τη ζώνη «δεν αναζητάμε κάτι που μας απαγορεύει η κοινωνία να δούμε, αλλά ψάχνουμε για κάτι που, εφόσον δεν υπάρχει, για να ακριβολογούμε, είναι αδύνατο να το δούμε». Εξού και όλα τα έργα τέχνης, όπως παραδεχόταν ο Ντα Βίντσι για τη Μόνα Λίζα, είναι, όπως όλοι οι άνθρωποι, ανολοκλήρωτα.

 Η επιστροφή της Μόνα Λίζα

Η προκατάληψη της αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία το «τέλειο έγκλημα της Μοντερνικότητας» θα πρέπει να το διέπραξε κάποιος εκατομμυριούχος, συνέβαλε στο να καθυστερήσει δύο ολόκληρα χρόνια ο εντοπισμός τον δράστη. Ο δράστης, μάλιστα, όχι μόνο εργαζόταν στο Λούβρο, αλλά και το δαχτυλικό αποτύπωμά του είχε βρεθεί στην εγκαταλειμμένη κορνίζα του έργου. Ενώ για κάποιους ισχύει η φράση: «Αντί τη Μόνα Λίζα, κοιτούσε την κορνίζα» (βλ. το βιβλίο μου, Αγνοούμενος, 2010), η αστυνομία δεν κοίταξε ούτε καν την κορνίζα.

Όταν ο Περούτζα προσπάθησε το 1913 να πουλήσει τη «Μόνα Λίζα» στη Φλωρεντία, τον συνέλαβαν. Ο Περούτζα δήλωσε ότι έκλεψε τον πίνακα επειδή πίστεψε ότι τον είχε κλέψει ο Ναπολέων, και ότι ο ίδιος όφειλε από πατριωτισμό να τον επαναφέρει στην αληθινή πατρίδα του, την Ιταλία (ο Ναπολέων δεν τον είχε κλέψει, τον είχε πάντως τοποθετήσει στην κρεβατοκάμαρά του). Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ο Ντα Βίντσι είχε μεταφέρει τον πίνακα στη Γαλλία το 1516, όπου τον αγόρασε ο βασιλιάς Φραγκίσκος Αʹ.

Η “Κλοπή της Μόνα Λίζα” είναι ουσιαστικά μια μεταφορά για να σκεφτούμε, αφενός τη διάσταση ανάμεσα σε ένα έργο τέχνης και στον χώρο που αυτό καταλαμβάνει, αφετέρου τα (δυσ)αναπλήρωτα κενά που συγκροτούν την ύπαρξή μας. Όπως γράφει ο Leader αναφορικά με την κλοπή: «Το βλέμμα κινητοποιήθηκε μόλις δημιουργήθηκε μια απουσία στο δίκτυο της πραγματικότητας… Η κλοπή μπορεί να μην έκανε πολλούς ανθρώπους να δημιουργήσουν, σίγουρα όμως τους έκανε να κοιτάξουν».

Τέχνη και ψυχανάλυση

 Ο Leader, συσχετίζοντας και αντιπαραθέτοντας την (λακανική) ψυχαναλυτική θεωρία με πολυάριθμα εικαστικά έργα, φωτίζει κάποιες αθέατες όψεις της τέχνης. Ο συγγραφέας, αν και παραδέχεται ότι η θεωρία του δεν θίγει όλα τα έργα τέχνης, μάς προτείνει να δούμε την ιστορία της τέχνης «ως ιστορία αναζήτησης νέων τρόπων που θυμίζουν αυτό που λείπει από τον κόσμο των εικόνων, εκείνη την απουσία που μας κάνει να κοιτάμε». Σε αυτήν την ιστορία, πέρα από την εικόνα, κεντρικό ρόλο παίζουν η γλώσσα και η επιθυμία.

Η ψυχανάλυση δεν είναι ούτε κριτική τέχνης ούτε αισθητική θεωρία. Είναι μια ανθρωπολογική θεωρία που, μεταξύ άλλων, ενδιαφέρεται για το πώς συσχετίζονται ο καλλιτέχνης και ο θεατής με ένα έργο τέχνης. Η ψυχανάλυση δεν συνηθίζει να προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις επί των τεχνών. Όποτε το κάνει, αποβλέπει στο να εξηγήσει τι έχει θεμελιώδη σημασία για τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι να ανατιμήσει ή να υποτιμήσει τον εκάστοτε καλλιτέχνη. Η ψυχανάλυση μας μαθαίνει τον εαυτό μας. Δεν είναι κακό.

Πλεόνασμα ελλειμμάτων

Για να επικαιροποιήσουμε την πραγμάτευσή μας, αναρωτιόμαστε: ποια είναι εντέλει τα ουσιαστικά ελλείμματα του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου; Μήπως ο αθλητισμός χωρίς στημένα παιχνίδια και ντοπάρισμα; Ή μήπως μια Νέα Αφήγηση που να μας προσανατολίζει με βαθύ νόημα στο μέλλον; Μήπως «μια απλή και πρακτική γυναίκα», όπως θεωρούσε ο ανεκδιήγητος Μπρέζνιεφ τη «Μόνα Λίζα»; Ή μήπως η τέχνη που διευρύνει την ομορφιά και τη γνώση του κόσμου; Μήπως ένα ακόμα τηλεοπτικό φρικασέ στην κατσαρόλα, πιο νόστιμο από το φρικασέ που φτιάχνει η μαγείρισσα σε ανταγωνιστικό κανάλι; Ή μήπως μια λιγότερο τραπεζική δημοκρατία; Μήπως ένα ακόμα smart phone που να είναι πιο all-inclusive, δηλαδή να περιλαμβάνει πιο πολλά από τα «πάντα»; Η μήπως ο σεβασμός στο περιβάλλον;

Ανεπίκαιρη ερώτηση: μήπως εντέλει τα τρομακτικά ελλείμματα του προϋπολογισμού λειτουργούν σαν εικόνα με την παραπάνω σημασία, δηλαδή σαν ένα περικάλυμμα που συσκοτίζει ακόμα πιο τρομακτικά ελλείμματα, τα οποία δεν ξέρουμε πώς να τα πληρώνουμε;

Σημείωση: Όλα τα αποσπάσματα προέρχονται από το

Darian Leader, Η κλοπή της Μόνα Λίζα 

(μτφρ. Μαρία Σπηλιοπούλου, Κέδρος, 2005).

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: