«Μονάχα ο χρόνος δεν γελιέται»: για τον κόσμο του Οδυσσέα Ελύτη

[Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα Αξία, 5/11/2011]

Αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη, του ανθρώπου που συνδέθηκε όσο ελάχιστοι Έλληνες στον 20ό αιώνα με τον πολιτισμό, τη φυσιογνωμία και την ιστορία μας. Του ποιητή που, αν ζούσε σήμερα, εικάζουμε πως δεν θα καταδεχόταν να βγει έξω από το δυάρι της Σκουφά παρά μόνο για να ταξιδέψει σε κάποιο απομακρυσμένο «Ελυτονήσι» ώστε να ανασάνει ελεύθερα, μακριά από τα αίσχη που συγκροτούν τη δημόσια ύπαρξή μας.

Η παρούσα, σύντομη περιδιάβασή μας στο έργο του Ελύτη θα έχει δύο σκέλη: αφενός την έκθεση με τίτλο «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και Ζωγραφική» (σε επιμέλεια Τάκη Μαυρωτά) στο ίδρυμα  τεχνών «Β. & Μ. Θεοχαράκη», η οποία θα συνεχιστεί μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου, αφετέρου μια νέα έκδοση, που συγκεντρώνει 37 συνεντεύξεις του ποιητή υπό τον γενικό τίτλο Συν τοις άλλοις (εκδόσεις Ύψιλον, σε επιμέλεια Ιουλίτας Ηλιοπούλου).

 «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη»

Η έκθεση «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και Ζωγραφική» χωρίζεται σε τρεις θεματικές ενότητες και τις αντίστοιχες αίθουσες. Στη μία παρουσιάζονται τα εικαστικά έργα του ποιητή, στην άλλη βλέπουμε έργα διάσημων ζωγράφων (Πικάσο, Ματίς, αλλά και Θεόφιλος, Παρθένης, κ.α.), τα οποία συνοδεύονται από καίρια δοκίμια του ποιητή για το έργο τους, ενώ στην τρίτη εκτίθενται έργα παλαιότερων και νεότερων Ελλήνων εικαστικών, επηρεασμένα από το ελυτικό σύμπαν (ξεχωρίσαμε τα έργα του Αδαμάκου, του Πανιάρα, του Τέτση, του Ψυχοπαίδη). Συνάμα έχουν συγκεντρωθεί πρωτότυπα και μεταφρασμένα βιβλία του, φωτογραφίες, επιστολές και προσωπικά έγγραφα. Στον ομώνυμο καλαίσθητο τόμο θα βρούμε μεγάλο μέρος των εκτιθέμενων έργων, κείμενα του Ελύτη περί τέχνης και καλλιτεχνών, καθώς και κείμενα για τον ίδιον τον ποιητή.

Τέμπερες, ακουαρέλες, διαφανογραφίες, σχέδια, κολάζ (τα επονομαζόμενα από τον ίδιον «συνεικόνες») είναι τα έργα που φιλοτέχνησε ο Ελύτης και τα οποία, αν και διανθίζουν όμορφα την ποίησή του, δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο αριστουργηματικός Κήπος με τις αυταπάτες, που είχε εκδοθεί μαζί με θαυμάσιες συνεικόνες, αλλά και ως αυτόνομο ποιητικό δοκίμιο στη συλλογή Εν λευκώ. Η αξία των εικαστικών έργων του μπορεί λοιπόν να αποτιμηθεί ανεξάρτητα από την ποίησή του, η οποία στέκει αφ’ εαυτού της «δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία» («Ως Ενδυμίων»). Έχοντας εκθέσει τα πρώτα εικαστικά έργα του ήδη το 1936, ο Ελύτης θα συνεχίσει εφ’ όρου ζωής να φανερώνει, και με τα υλικά μέσα των ζωγράφων, τις ιδέες και τις αξίες της ποίησής του «αφήνοντάς τες να λειτουργούν συμπληρωματικά, εφαπτόμενες η μια στην άλλη – η ηθική στην αισθητική κι αυτή πάλι στη μεταφυσική του φυσικού μέτρου», όπως γράφει η Ηλιοπούλου. Η αγάπη και η έγνοια του Ελύτη για την εικόνα είναι πρόδηλες στην ποίησή του, αφού επιδιώκει πάντοτε να εξεικονίζει ακόμα και τις πιο αφηρημένες έννοιες, ακόμα και τις πλέον βαθυστόχαστες ενοράσεις του. Ας ξεκαθαρίσουμε, ωστόσο, ότι είναι ένα πράγμα η δεδηλωμένη επίδραση της ζωγραφικής στο ποιητικό έργο του, και άλλο πράγμα οι εκφραστικές και αυτοσυνεπείς εικαστικές δημιουργίες του, που πράγματι έχουν την ομορφιά τους.

Αυτή η αξιοθέατη έκθεση αποτελεί μια κάλλιστη ευκαιρία, αφενός για τον αφοσιωμένο αναγνώστη του Ελύτη, καθώς θα έρθει σε επαφή με ένα πιο «υλικό» τμήμα του πνευματικού του σύμπαντος, αφετέρου για τον ευαίσθητο μα αμύητο στην ποίηση φιλότεχνο, ο οποίος θα παρακινηθεί να εντρυφήσει στο ποιητικό όραμά του. Παρεμπιπτόντως, με θλίψη διαπιστώσαμε πολλά εύκολα και χοντροκομμένα σχόλια στο βιβλίο εντυπώσεων, ανακόλουθα με τον ποιητή και την έκθεση.

«Από παιδί, έβλεπα την ποίηση συνυφασμένη με τη ζωγραφική»

Τι λέει όμως ο ίδιος ο Ελύτης για τη ζωγραφική και τη σχέση του με αυτήν; Για να απαντήσουμε, θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι κάποιων γνωστών δοκιμίων του. Ωστόσο, επειδή πρόσφατα εκδόθηκε ο προαναφερόμενος πλούσιος τόμος με 37 συνεντεύξεις του (Συν τοις άλλοις, 1942-1992), που συν τοις άλλοις περιέχει ένα αξιάκουστο cd με τη συνέντευξη τύπου του Ελύτη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» με αφορμή τη βράβευσή του με το Νομπέλ, προτιμήσαμε να ερανιστούμε από τον εν λόγω τόμο μερικές αναφορές του Ελύτη στη ζωγραφική.

Ως προς το κολάζ, φέρ’ ειπείν, που «εγκαινιάστηκε από τον Μαξ Ερνστ», ο Ελύτης ισχυρίζεται ότι «κράτησε τη μέθοδο και άλλαξε το υλικό», διευκρινίζοντας ότι το δικό του υλικό για τα κολάζ ήταν οι φωτογραφίες. Αυτό προκάλεσε σύγχυση και αντίδραση, όπως λέει, από τους ειδικούς στην Ελλάδα, ενώ αντίθετα «οι μόνοι που τα προσέξανε αυτά είναι οι ξένοι. Που πρώτος εγώ τους καταμαρτυρώ πολλά εκτός από ένα: την έλλειψη σοβαρότητας». Όσο για τη σχέση ποίησης και ζωγραφικής, ο Ελύτης εξομολογείται το 1992: «Από παιδί, έβλεπα την ποίηση συνυφασμένη με τη ζωγραφική. Κάτι που για την Ελλάδα είναι λίγο παράξενο. […] η αισθητική της ζωγραφικής, επί παραδείγματι, με βοήθησε στη σύνθεση των ποιημάτων και στην ολοκλήρωση μορφών με εικόνες που η μία συναρμόζεται στην άλλη, ακριβώς όπως συνέβη στο φαινόμενο της μοντέρνας ζωγραφικής». Εδώ ο ποιητής φανερώνει ένα από τα βασικά εμπόδια που υψώθηκαν στην κατανόηση της ποίησής του, η οποία συνομιλούσε με τα εικονοκλαστικά καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού.

Από το κέντρο, που για τον Ελύτη είναι ασφαλώς η Ποίηση, εξακτινώνονται όλα όσα τον απασχόλησαν. Δεν ξέρουμε τι να πρωτοαναφέρουμε: τη γλώσσα («ένα όργανο ευαίσθητο, που αν το χειρισθείς επιδέξια, μπορεί να δονηθεί από τις μυστικές δυνάμεις αιώνων»), το καθήκον του ποιητή («να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι»), τη φαντασία, τη διαφάνεια, τη μεταφυσική του φωτός, τη θεωρία των αναλογιών, και τόσα άλλα. Ιδέες και αισθήσεις μεστές κάλλους και νοήματος, που ο ποιητής μάς τις φανερώνει στις συνεντεύξεις του με απλά λόγια, χωρίς βέβαια αυτά τα λόγια να μπορούν ή να πρέπει να υποκαθιστούν τα ίδια τα ποιήματα.

 «Ο Ελληνισμός επέτυχε ως γένος, αλλ’ απέτυχε ως κράτος!»

Η παρούσα ιστορική συγκυρία, ωστόσο, μας παρακινεί να περάσουμε από τον λόγο του περί ζωγραφικής σε κάποιες αντιλήψεις που έχει διατυπώσει εδώ και δεκαετίες και οι οποίες είναι πιο επίκαιρες από τις περισσότερες θέσεις που διαβάζουμε σήμερα. Η πολιτισμική και πολιτική κριτική του Ελύτη έχει σε γενικές γραμμές τρία σκέλη: τη Δύση και τις δυτικές ελίτ, την κρατούσα τάξη στην Ελλάδα και τον λαό. Το πρώτο είναι αναμενόμενο, το δεύτερο απαραίτητο και το τρίτο ελπιδοφόρο. Ας ξεκινήσουμε από το «πού ανήκομεν».

«Εμείς οι Έλληνες ανήκουμε πολιτικά στη Δύση», λέει ο Ελύτης, αλλά «στον Έλληνα υπάρχει μια πλευρά Ανατολής που δεν θα ‘πρεπε να παραμελείται». Όσο για τη Δύση, αυτή επιδιώκει μόνιμα «να μας χωρέσει τα δύο πόδια στα δικά της παπούτσια. Και να που τα καταφέρνει στις ημέρες μας. Από ‘δω κι εμπρός, θα περπατάμε με το ένα πόδι στην ΕΟΚ και με το άλλο στο ΝΑΤΟ». Αυτή η ιστορική εξέλιξη δεν είναι ασφαλώς τυχαία, καθώς έχει ιστορία πίσω της: «Κατά βάθος, πληρώνουμε τα σπασμένα του κακού δρόμου που πήρε ο τόπος μας από την εποχή που έγινε ανεξάρτητο κράτος. Από τότε χρονολογείται το σχίσμα που υπάρχει ανάμεσα στην τάξη που κυβερνά και στο λαϊκό αίσθημα», δήλωνε το 1965. Μερικά χρόνια, αργότερα, το 1979, θα προειδοποιήσει: «Μ’ αυτή τη λεγόμενη αξιοποίηση, βλέπω μια μεταβολή της Ελλάδος, ακόμα και υλική. Ότι δεν θα είναι το δέντρο το ίδιο μ’ αυτό που ήταν και η θάλασσά μας ίδια, πρέπει, νομίζω, να μας βάλει σε σκέψεις…»

Ας περάσουμε στο δεύτερο σκέλος, την πολιτική και οικονομική ηγετική μας τάξη, η οποία κατά τον ποιητή, «στο κεφάλαιο της ελληνικής παιδείας, έχει μαύρα μεσάνυχτα!» Η παιδεία είναι το πρωτεύον, ισχυρίζεται ο Ελύτης το 1961: «Μόνο μια επαναστατική εκπαιδευτική πολιτική με μακροχρόνιο πρόγραμμα και χρησιμοποίηση των πιο φωτισμένων στοιχείων θα μπορούσε ν’ ανατρέψει αυτή την κατάσταση». Πώς να μη συμφωνήσει κανείς με τον ποιητή σήμερα (δηλαδή δεκαετίες μετά), όταν αναλογιστεί ότι ο (Ελευθέριος) Βενιζέλος είχε μεταφράσει τη θουκυδίδεια Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενώ οι περισσότεροι σημερινοί πολιτικοί ψυχαγωγούνται σε γήπεδα και νυχτερινά κέντρα, γνωρίζοντας έναν μόνο Αλκαίο και έναν μόνο Πλούταρχο; Από τη μία λοιπόν έχουμε τη σοβαρότητα, από την άλλη τη σοβαροφάνεια. Κρατώντας τα λόγια του Ελύτη, «Κάτι με παρακινεί να προκαλώ –και να διακωμωδώ– τη σοβαροφάνεια του Νεοέλληνα», ας περάσουμε σε ένα αγαπημένο θέμα, τον λαό.

 «Έχουμε γίνει “μικροαμερικανοί”»

Αγαπημένο, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή σχεδόν κανείς στην Ελλάδα, πολιτικός, δημοσιολόγος ή καλλιτέχνης, δεν το θίγει όπως πρέπει. «Ο άνθρωπος, πιστεύω, δεν πρέπει να στερείται από τίποτα. Πρέπει, όμως, να αρκείται και στα απαραίτητα», δηλώνει ο Ελύτης το 1975. Κι ενώ ο λαός αγωνίζεται δικαίως για το πρώτο σκέλος, δηλαδή να μη στερείται τίποτα, το δεύτερο σκέλος ξεχάστηκε τελείως στη σύγχρονη Ελλάδα, προφανώς και στη Δύση από όπου ελήφθη, εν πολλοίς μα όχι αποκλειστικά, ως αξία και τρόπος ζωής. Ο καταναλωτισμός (παρασιτικός, στην περίπτωση της Ελλάδας) είναι η βασική ιδεολογία του μεταμοντέρνου κόσμου μας, η συνέχεια του ναρκισσιστικού παιδισμού με άλλα μέσα. Το πρόβλημα, πέραν του ότι κάποιοι καταναλώνουν εξωφρενικά περισσότερο από άλλους, είναι κυρίως ότι ο καταναλωτισμός τέμνει εγκάρσια, ως Ιδεώδες, όλες τις κοινωνικές και οικονομικές τάξεις. Δυστυχώς όμως, όταν εξαπλώνεται η φτώχεια, τα επιχειρήματα περιττεύουν, ενώ ο λαϊκισμός και τα εξιλαστήρια θύματα περισσεύουν. Όπως δηλώνει εύστοχα ο ποιητής στην ίδια συνέντευξη: «Έχουμε γίνει “μικροαμερικανοί”. Το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί».

Είναι πρόδηλο ότι ο Ελύτης στρέφεται ενάντια σε ό,τι τον πληγώνει υπέρμετρα, ακριβώς επειδή το αγαπά υπέρμετρα. «Ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο ήμουν σωβινιστής. Η Ελλάδα συμβολίζει για μένα ορισμένες αξίες και στοιχεία που μπορούν να εμπλουτίζουν τα παγκόσμια πνεύματα παντού». Αυτό το μήνυμα περί αξιών καλό θα ήταν να το λάβουμε, ακολουθώντας τον προσανατολισμό του. Όταν όμως αντιμετωπίζουμε την ασχήμια, την ανευθυνότητα και την αήθεια γύρω μας, τον συμμεριζόμαστε: «Για μένα υπάρχει η Ελλάδα η δική μου. Δεν είναι η Ελλάδα η τρέχουσα. Και το έργο μου έρχεται σαν βράχος στο κύμα που τη χτυπά. Αντιστέκεται».

«Ο ποιητής είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής»

Άξιον εστί «τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα». Πρέπει να είναι πολύ μεγάλος ένας ποιητής για να γράψει έναν τέτοιο στίχο στην πιο φιλόδοξη συλλογή του και να μην ακούγεται αγοραίος. Και, ασφαλώς, να μας δείχνει έναν τρόπο ζωής πιο απλό, πιο φυσικό, πιο ουσιαστικό, που τον έχουμε ξεχάσει και που, με το γλυκό ή με το στανιό, θα τον ξαναμάθουμε στα επερχόμενα χρόνια. Διαυγής, φωτεινός, σοφός, αλλά και θυμωμένος, αιχμηρός, καυστικός είναι ο Ελύτης στις συνεντεύξεις του, συγκεντρωμένες σε έναν τόμο που τον υπογραμμίζεις από την αρχή ως το τέλος, και αφότου τον έχεις τελειώσει, θες να αγοράσεις ένα ακόμα αντίτυπο για να το έχεις καθαρό. Το ίδιο ισχύει και για τον υπέροχο τόμο Ιψ ο τυπογράφος. Ο Ελύτης για παιδιά και ερωτευμένους του Ευγένιου Αρανίτση, που δεν κυκλοφορεί πια. Κρίμα.

«Δεν λυπάμαι τους ποιητές που έμειναν χωρίς κοινό, λυπάμαι το κοινό που έμεινε χωρίς ποιητές», γράφει ο Ελύτης. Άραγε λείπει από όλους τους ανθρώπους η ποίηση; Ναι, απαντά ο ποιητής, κι ας μην το ξέρουν οι περισσότεροι. Διότι και ο κουφός στερείται υπέροχους ήχους και μελωδίες, χωρίς ασφαλώς να το συνειδητοποιεί. Ο ποιητής «είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσαεί απλησίαστη». Ο Ελύτης, ένας ούτως ειπείν Ρομαντικός Ρεαλιστής, αρνιόταν συστηματικά την πρόδηλη πραγματικότητα ώστε να καταδεικνύει την ουσιώδη αλήθεια. Όπως κι αν έχει, στις μέρες μας δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερους καλλιτέχνες, αλλά από περισσότερους ενεργούς και καλλιεργημένους ανθρώπους με προσανατολισμό συνακόλουθο με εκείνον που αποκαλύπτουν κάποιοι φωτισμένοι δημιουργοί.

«Έχω κάτι να πω διάφανο κι ακατάληπτο/ Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου»

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: