«Χριστούγεννα χωρίς Χιόνη». Μια γνωριμία σε στιγμιότυπα

[Πρώτη δημοσίευση, Αυγή, 3/1/2012]

«Πώς θ’ ανέβω ρε Χριστόφορε τη σκάλα;» «Εγώ θα σε βοηθήσω, τι σε νοιάζει;» μου είπε και πέρασε να με μαζέψει με το αμάξι. Με τον φίλο, συγγραφέα Χριστόφορο Βλάχο, μας είχε καρφωθεί η ιδέα να πάμε να δούμε και κυρίως να ακούσουμε τον Αργύρη Χιόνη, πρόπερσι, στο πατάρι του μπαρ Dasein (μια έννοια-κλειδί για επίδοξους μελετητές του Χιόνη). Είχα σπάσει το γόνατό μου και χρησιμοποιούσα πατερίτσες, και κάθε πρόσκληση να πάω κάπου, ύστερα από τον δίμηνο κατ’ οίκον εγκλεισμό μου παρέα με τον «κολλητό» μου, τον γύψο, γινόταν δεκτή με αμφιθυμία. Είχα ανάγκη να βγω από το σπίτι, αλλά είχα και την ανάγκη κάποιου να με στηρίζει. Ανεβήκαμε λοιπόν κακήν κακώς τη θεόστενη σκάλα και μπήκαμε στον χώρο. Η εκδήλωση βρισκόταν σε εξέλιξη. Αφότου ήρθαμε αντιμέτωποι με μερικά βλέμματα αρκούντως συμπονετικά, λόγω της κατάστασής μου, όσο και ευλόγως θυμωμένα, λόγω της προκαλούμενης αναταραχής, βρήκαμε δυο θέσεις στη γαλαρία και απολαύσαμε την αργή, γλυκιά, βαθιά, γεμάτη μελαγχολικές μα και ειρωνικές αποχρώσεις, φωνή του Χιόνη.

«Σε θυμάμαι σένα, είχες έρθει στην τελευταία ανάγνωση», μου λέει καιρό αργότερα ο Χιόνης, μειδιώντας, αλλά πάντα με προσήνεια. Ήταν η φορά που γνωριστήκαμε στο περιώνυμο πεζοδρόμιο της οδού Μαυρομιχάλη, έξω από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. «Ναι», του απαντώ ερυθριώντας λιγάκι, καθώς διαπίστωνα με έκπληξη ότι θυμόταν κάποιον που είχε απλώς προκαλέσει μια ελάχιστη διακοπή. Του είχα στείλει στο μεταξύ το πρώτο μου πεζογράφημα και περίμενα πώς και πώς την κριτική ενός από τους αγαπημένους μου Έλληνες συγγραφείς. Η συζήτησή μας κράτησε καμιά ώρα. Ο Χιόνης είχε φέρει ένα «Famous Grouse» και το κουτσοκατέβαζε από ένα σφηνοπότηρο. «Να σου φέρω παγάκια;» του λέει κάποιος από την ομήγυρη. «Όχι, το προτιμώ σκέτο, έτσι κατεβαίνει καλύτερα και τα καίει όλα» λέει ο Χιόνης, κάνοντας μια κάθετη κίνηση με το κάτισχνο, ηλιοκαμένο χέρι του, η οποία ξεκίνησε από το διψασμένο του λαρύγγι και κατέληξε χαμηλά στην κοιλιά, δείχνοντας εντέλει με μια ευχαριστημένη, κυκλική χειρονομία τα σωθικά του. Νιώθω πως από τα σωθικά του έβγαινε και η δυνατή ποίησή του, από παρόμοιας στόφας σωθικά που έκαναν, π.χ., τον Καρούζο να γράφει από το «υπόγειο υπερώο» του ότι πάσχει από «ύπαρξη» και δεν έχει άλλο «στήθος».

Ο Χιόνης έμενε ως γνωστόν στην ορεινή Κορινθία. Όμως ερχόταν από καιρού εις καιρόν στην Αθήνα για τις δουλειές και τους ανθρώπους του, κι όποτε ερχόταν προσπαθούσα να αδράξω την ευκαιρία για μία ακόμα συζήτηση. Στα 68 του χρόνια παρέμενε ένας πνευματικά ακμαιότατος και δημιουργικότατος άνθρωπος, που τα τελευταία χρόνια καταξιώθηκε ακόμα περισσότερο ύστερα από σημαντικές διακρίσεις, προς όφελος και του ανοίγματος σε ένα ευρύτερο κοινό. Σε μια από τις τελευταίες συναντήσεις μας, τον ρώτησα για ένα από τα κυρίαρχα θέματα του έργου του, τον Θάνατο, και κυρίως για το διαβόητο Μετά. «Όλα τελειώνουν» μου λέει κοφτά. «Ένας φίλος μου αρρώστησε πρόσφατα και άρχισε να λέει πως πιστεύει στα θεία. Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά».

Την τελευταία φορά που τον είδα, στην τελευταία ανάγνωση που έκανε στο νέο κτίριο που στεγάζουν πλέον τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, ο λόγος του ήταν καίριος, όσο και πεισιθάνατος. Σχεδόν κάθε πρότασή του συνοδευόταν από ένα στωικό «αν ζω», σαν ένα μάντρα που επιζητά διακαώς την πραγμάτωσή του. Ελάχιστους μήνες αργότερα, ανήμερα τα Χριστούγεννα του 2011, ο Αργύρης Χιόνης πέθανε από ανακοπή καρδιάς. «Χριστούγεννα χωρίς Χιόνη», μου είπε η Μαρία Γιαγιάννου, όταν της μετέφερα την είδηση για τον ξαφνικό χαμό του «Ακίνητου Δρομέα». Μια βδομάδα πρωτύτερα, της είχα πει σε ανύποπτο χρόνο: «Καιρό έχει να πεθάνει κάποιος γνωστός μας». Αυτό δεν ήταν ασφαλώς διαίσθηση, απλώς ένα memento mori που βγαίνει, πώς αλλιώς, αληθινό.

Ο Τζόναθαν Σουίφτ είχε γράψει ότι τα βιβλία δεν χρειάζονται υπερασπιστές, αφού, αν είναι καλά, υπερασπίζονται μόνα τους τον εαυτό τους, ενώ αν δεν είναι καλά, μοιραία θα πεθάνουν. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε κατά νου όταν έμαθα για τον θάνατο του Χιόνη. Διότι κανείς δεν χρειάστηκε να τον υπερασπίσει σε μένα (υποπτεύομαι και σε πολλούς άλλους) για να με κάνει να τον διαβάζω. Απλώς κάποτε διάβασα ένα βιβλίο του, και μετά ένα άλλο, και μετά ένα ακόμα, ώσπου τα ρούφηξα όλα. Ο Χιόνης καλλιεργούσε, όπως έγραφε εύστοχα, τη «γη και την ποίηση». Εικάζω πως στο μέλλον η κομψή, απέριττη και ακριβολόγα ποίηση και πεζογραφία του θα υπερασπίζει αφ’ εαυτού τον εαυτό της. Όσο για τη γη, αυτή θα δέχτηκε με ευγνωμοσύνη στα σπλάχνα της έναν άνθρωπο που τη φρόντιζε τόσο πολύ. Θα μας λείψει πολύ η Φωνή του, όπως επίσης θα μας λείψει, μέσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό αμετροέπειας και υποκρισίας, η φωνή της Σιωπής του.

Advertisements

Comments are disabled.

Αρέσει σε %d bloggers: