Ο Ρόθκο και τα αδέρφια του

[Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα Αξία, 22/10/2011]

Συχνά διαβάζουμε τις απόψεις ενός ζωγράφου για την τέχνη του, απόψεις που κατά κανόνα αντανακλούν, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, μάλλον τον ίδιον παρά το έργο του. Και παρότι οι δεδηλωμένες προθέσεις ενός καλλιτέχνη δεν πρέπει να είναι δεσμευτικές ως προς την ερμηνεία της δουλειάς του, συχνά μας ανοίγουν ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Αξίζει λοιπόν να ασχοληθούμε με τη συλλογή κειμένων του Μαρκ Ρόθκο, Κείμενα για την τέχνη (μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, 2010, απ’ όπου και τα αποσπάσματα). Ο Μάρκους Ρόθκοβιτς γεννήθηκε το 1903 στη Λετονία, ενώ στα δέκα του μετανάστευσε οικογενειακώς στις Η.Π.Α., κυρίως εξαιτίας του αντισημιτισμού (γι’ αυτό αργότερα μετονομάστηκε σε Μαρκ Ρόθκο). Στην Αμερική ο Ρόθκο άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη ζωγραφική, καθώς και με τη διδασκαλία της σε παιδιά.

Ας δώσουμε όμως τη σκυτάλη του λόγου στον ζωγράφο: ο τόμος αρχίζει με κείμενά του για τη διδακτική της τέχνης, τα οποία μας ενδιαφέρουν κυρίως από αναδρομική άποψη. Ο Ρόθκο αναστοχάζεται τη δύναμη του εξπρεσιονισμού, καθώς και το ρίζωμά του στην παιδική ηλικία: «Ο εξπρεσιονισμός έχει τη μεγαλύτερη ομοιότητα με την τέχνη των παιδιών. Ίσως το έργο του παιδιού είναι καλύτερος εξπρεσιονισμός από των καλλιτεχνών, αφού ο εξπρεσιονισμός είναι μια απόπειρα να ξαναβρούμε τη φρεσκάδα και (αφέλεια) της οπτικής του παιδιού».

 Αρχαϊκά σύμβολα

Στα «Κείμενα για την τέχνη» ο Ρόθκο τονίζει διαρκώς την κύρια πηγή του έργου του: είναι «τα αιώνια σύμβολα στα οποία πρέπει ν’ ανατρέξουμε για να εκφράσουμε βασικές ψυχολογικές ιδέες. Είναι τα σύμβολα των πρωτόγονων φόβων και κινήτρων του ανθρώπου, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την εποχή, που αλλάζουν μόνο στις λεπτομέρειες, αλλά ποτέ στην ουσία, στους Έλληνες, στους Αζτέκους, στους Ισλανδούς και στους Αιγυπτίους».

Η μοντέρνα τέχνη, όσο κι αν διαστρέβλωνε μορφές και πρότυπα, επανερχόταν, μέσω και της ισχυρής επιρροής της ψυχανάλυσης, σε αρχαϊκά σύμβολα. Όπως επισημαίνει ο επιμελητής του τόμου, ο Ρόθκο είχε καλύτερη σχέση με την τέχνη της αρχαίας Ελλάδας από τους άλλους αμερικανούς ζωγράφους της γενιάς του. «Όποτε αρχίζουμε να σκεφτόμαστε βαθιά τη φύση της τέχνης», γράφει ο Ρόθκο, «ποτέ δεν μπόρεσα να βρω πιο γόνιμη διατύπωση ή σύμβολα από των αρχαίων Ελλήνων θεών, ιδίως αν έχουμε Δυτικό μυαλό και είμαστε στην καλύτερη περίπτωση απρόθυμοι να ταξιδέψουμε στα υψίπεδα του εσωτερισμού στα οποία είναι και αραιός ο αέρας».

 Η αγωνία της επίδρασης

Εκείνο που αναζήτησαν ο Ρόθκο και τα «αδέρφια» του, εκείνοι που παρά τις σημαντικές μεταξύ τους διαφορές αποκαλούνταν συλλήβδην «αφηρημένοι εξπρεσιονιστές», ήταν ένας τρίτος δρόμος ανάμεσα στην καθαρή αφαίρεση και τον σουρεαλισμό. «Εναντιώνομαι στη σουρεαλιστική και στην αφηρημένη τέχνη μόνον όπως εναντιώνεται ένας άνθρωπος στον πατέρα και στη μητέρα του, αναγνωρίζοντας το αναπόφευκτο και τη λειτουργία των ριζών μου, αλλά εμμένοντας στη διαφωνία μου. Είμαι και τα δύο αυτά, και ένα ακέραιο όλον τελείως ανεξάρτητο απ’ αυτά». Σε τούτη τη νέα αφαίρεση, ο καλλιτέχνης αναζητά ένα «ζωγραφικό ισοδύναμο της νέας γνώσης και συνείδησης που αποκτά ο άνθρωπος για τον πιο πολύπλοκο εσώτερο εαυτό του».

Εδώ ο Ρόθκο συναντά τις αναζητήσεις της μοντερνιστικής λογοτεχνίας, που εστίασε στην περιγραφή εσωτερικών τοπίων. Και δικαίως. Διότι μετά την εφεύρεση της φωτογραφίας και του κινηματογράφου, οι ανεξάντλητες εξωτερικές περιγραφές, που εξακολουθούν να αραδιάζονται στο χαρτί με εξαντλητικό για τον αναγνώστη αποτέλεσμα, δεν έχουν πια το ίδιο νόημα. Σε μια ομιλία του το 1958 δίνει μάλιστα τη «συνταγή ενός έργου τέχνης», συνοψίζοντας άθελά του, μα εξαιρετικά, και τα βασικά γνωρίσματα της καλής λογοτεχνίας: είναι η «καθαρή πνευματική ενασχόληση με τον θάνατο», η αισθησιακότητα, η ένταση, η ειρωνεία, η ευστροφία και το παιχνίδι, το εφήμερο και η τύχη, και τέλος η ελπίδα, «σε ποσοστό 10%, για να κάνουμε την τραγική έννοια πιο υποφερτή».

 «Πέρασα τη ζωή μου χαϊδεύοντας τον καμβά»  

Ο Ρόθκο ενδιαφερόταν για την όσο το δυνατόν πιο αδιαμεσολάβητη σχέση του θεατή με το έργο. Στην καλύτερη περίπτωση, γράφει, πρόκειται «για μια ολοκληρωμένη εμπειρία μεταξύ του πίνακα και του θεατή. Η αξιολόγηση της τέχνης είναι ένα αληθινό πάντρεμα μυαλών. Και στην τέχνη, όπως στον γάμο, η έλλειψη ολοκλήρωσης είναι λόγος αποτυχίας». Γι’ αυτό παίρνει αποστάσεις από τον κριτικό, που είναι ο «μεταπράτης του οικείου», δηλαδή κάποιος που αδυνατεί, δυσκολεύεται, ή έστω αργεί να κατανοήσει τα εικονοκλαστικά στοιχεία κάθε πρωτοπορίας.

«Επενδύω στην ψυχή των ευαίσθητων θεατών που είναι απελευθερωμένοι από τις συμβάσεις της κατανόησης… Γιατί αν υπάρχει ανάγκη και πνεύμα, εδώ θα έχουμε μια πραγματική επικοινωνία». Ο Ρόθκο τονίζει δύο θεμελιώδη γνωρίσματα που πρέπει να έχει ο αποδέκτης των τεχνών: «ανάγκη» και «πνεύμα». Για να έχει «ανάγκη» θα πρέπει να έχει έλλειμμα, και για να έχει «πνεύμα» θα πρέπει να έχει γνώση. Δεν διστάζει, ωστόσο, να φανερώσει την αγωνία ότι η τέχνη του μπορεί να αδικηθεί. «Ένας ζωγραφικός πίνακας ζει με τη συντροφικότητα, εξαπλώνεται και επιταχύνεται στα μάτια του ευαίσθητου παρατηρητή. Παρόμοια πεθαίνει. Συνεπώς είναι επικίνδυνο και αναίσθητα σκληρό να τον στέλνεις έξω στον κόσμο. Πόσο συχνά θα πρέπει να τον σακατεύουν για πάντα τα μάτια του άξεστου και η ωμότητα του ανίκανου που θα ήθελαν να επεκτείνουν παντού την αρρώστια τους!»

Το μέγεθος μετράει

Ο Ρόθκο έγινε και έμεινε γνωστός για τους μεγάλους πίνακές του, της περιόδου 1949-69. Ο ίδιος εξηγεί γλαφυρά τη σημασία του μεγέθους: «Ζωγραφίζω πολύ μεγάλους πίνακες… επειδή θέλω να είμαι πολύ προσωπικός και ανθρώπινος. Το να ζωγραφίζεις έναν μικρό πίνακα σημαίνει να τοποθετείσαι έξω από την εμπειρία σου, να κοιτάζεις μια εμπειρία σαν με στερεοσκόπιο ή με σμικρυντικό φακό. Εντούτοις, όταν ζωγραφίζεις τον μεγαλύτερο πίνακα, είσαι μέσα σ’ αυτόν. Δεν είναι κάτι που το ελέγχεις». Θεωρούσε ότι η ιδανική απόσταση θέασης αυτών των πινάκων του, που πρέπει να βρίσκονται «όχι πάνω από 15 εκατοστά από το δάπεδο», είναι μόλις τα 45 εκατοστά, προκειμένου ο θεατής να νιώθει σαν να βρίσκεται «μέσα στον πίνακα».

«Μ’ ενδιαφέρει μόνο να εκφράζω βασικά ανθρώπινα συναισθήματα –τραγωδία, έκσταση, συμφορά κ.τ.λ.–, και το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι καταρρέουν και κλαίνε όταν έρχονται αντιμέτωποι με τους πίνακές μου δείχνει ότι μεταβιβάζω αυτά τα βασικά ανθρώπινα συναισθήματα». Έχει ενδιαφέρον η έκφραση «έρχονται αντιμέτωποι» και όχι, π.χ., «κοιτάζουν»: διότι αυτή ακριβώς είναι η εμπειρία μπροστά στους πίνακες του Ρόθκο. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση, όσο και μεγάλη τύχη, να βιώσει κανείς πίνακες του Ρόθκο από κοντά. Οι εικόνες ενός βιβλίου ή ενός ιστότοπου, ή ακόμα και οι «Αίθουσες του Ρόθκο» (το κατά τα άλλα αξιοθέατο ντοκιμαντέρ του BBC) δεν μεταδίδουν αυτή την εμπειρία.

Αν και ο ίδιος ο Ρόθκο αποστρεφόταν τους χαρακτηρισμούς, θεωρείται ότι ξεκίνησε ως αφηρημένος εξπρεσιονιστής, αλλά κατέληξε «ζωγράφος του χρωματικού πεδίου». Τα χρώματά του, λάδια αρχικά και ακρυλικά αργότερα, μοιάζει σαν να βγαίνουν οργανικά μέσα από τους πίνακες. Οι «πολυμορφικοί» πίνακές του (ο όρος αποδόθηκε από άλλους), που τιτλοφορούνταν με αριθμούς, χρονολογίες ή με τα χρώματά τους, σε αγκαλιάζουν χωρίς να σε περιορίζουν. Ο ίδιος, ωστόσο, υποστήριζε ότι αποφεύγει τον χρωματικό φορμαλισμό: «Δεν μ’ ενδιαφέρει το χρώμα. Μ’ ενδιαφέρει η εικόνα η οποία δημιουργείται». Στις εικόνες του φανερώνεται άψογα η διαλεκτική των αντιθέσεων, χρωματικών και συναισθηματικών.

Το τέλος είναι η αρχή

Στο απόγειο της καριέρας του, το 1970, ο Ρόθκο αυτοκτόνησε μες στο εργαστήριό του, παίρνοντας αντικαταθλιπτικά και κόβοντας τα χέρια του. Έχουν γραφτεί πολλά για την αυτοκτονία του, για τα κίνητρα της οποίας δεν άφησε σημείωμα. Ασφαλώς σημαντικό ρόλο έπαιξαν η ασθένειά του το 1968 (ανεύρυσμα αορτής) που δεν του επέτρεπε να ζωγραφίζει μεγάλους πίνακες, ο χωρισμός με τη δεύτερη σύζυγό του το 1969 (με την οποία είχε δύο παιδιά), η κατάθλιψη που, όπως οι μεγάλοι καλλιτέχνες, βίωνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς και πολλές ενδείξεις ότι είχε φτάσει την τεχνοτροπία του στην κορυφή και από εκεί αδυνατούσε να προχωρήσει. Κάποια από τα τελευταία του έργα, όπως το «Μαύρο πάνω σε γκρι» (1969), υποδηλώνουν την κρίσιμη κατάστασή του.

Εικάζουμε, ωστόσο, πως υφίσταται και μια άλλη αιτία, που συνήθως παραβλέπεται. Ο Ρόθκο ήταν αναρχικός («μεγάλωσα ως αναρχικός, πολύ πριν μπορέσω να καταλάβω τι ήταν η πολιτική… είμαι ακόμη αναρχικός»). Όσο περνούσαν τα χρόνια, η τιμή των πινάκων του αυξανόταν αλματωδώς. Όταν ένα δημοφιλές περιοδικό έγραψε ότι οι πίνακες του Ρόθκο συνιστούν καλή επένδυση, δύο φίλοι του, ο Μπάρνετ Νιούμαν και ο Κλίφορντ Στιλ, τον κατηγόρησαν ότι τρέφει «αστικές φιλοδοξίες» και διέκοψαν επαφές. Ο Ρόθκο συνειδητοποίησε κάτι που δεν του άρεσε: ότι μόνο οι (πολύ) πλούσιοι μπορούσαν πια να αγοράζουν τα έργα του. Εδώ, ωστόσο, δεν μας απασχολούν οι πολιτικές πεποιθήσεις του Ρόθκο, αλλά η τραγική υπαρξιακή σύγκρουση στην οποία βρέθηκε: παρότι γνώριζε ότι η διογκούμενη επιτυχία του οφειλόταν στο πρωτοπόρο έργο του, έπρεπε να την απαρνείται, τουλάχιστον ως έναν βαθμό (αφού επιτέλους οι όροι διαβίωσης της οικογένειάς του βελτιώνονταν).

Το 1958 ο Ρόθκο δέχτηκε μια μεγάλη παραγγελία για τους τοίχους ενός πανάκριβου εστιατορίου. Ως προς τις προθέσεις του ήταν γλαφυρός: «είναι ένα μέρος στο οποίο θα έρχονται οι πιο πλούσιοι μπάσταρδοι της Νέας Υόρκης για να ντερλικώνουν και να επιδεικνύονται… Δέχτηκα αυτή την παραγγελία σαν πρόκληση, με αυστηρά μοχθηρές προθέσεις… Αν το εστιατόριο αρνιόταν να εκθέσει τις τοιχογραφίες μου, αυτό θα ήταν η ύψιστη φιλοφρόνηση. Αλλά δεν θα το κάνει. Οι άνθρωποι σήμερα μπορούν κι ανέχονται τα πάντα». Πρόκειται για τις περίφημες Seagram Murals, τις οποίες ο ίδιος αρνήθηκε εντέλει να επιδειχτούν στο εστιατόριο. Εννιά από αυτές έφτασαν (συμπτωματικά, την ημέρα της αυτοκτονίας του) στο Λονδίνο για να τοποθετηθούν στην όμορφη «Αίθουσα Ρόθκο» της Tate Modern. Λέγεται ότι το 2007, όταν έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ (που το κατείχε ο ίδιος) τιμής πώλησης για μεταπολεμικό πίνακα σε δημοπρασία (πρόκειται για το «Λευκό κέντρο», 1950, που άγγιξε τα 73 εκατομμύρια δολάρια), κάποιος άκουσε τον τάφο του Ρόθκο να τρίζει.

Ο Ρόθκο και τα αδέρφια του

Τα «αδέρφια» του Ρόθκο είναι ασφαλώς όλη εκείνη η τρομερή παρέα των αμερικανών εικαστικών, οι αφηρημένοι εξπρεσιονιστές με την επονομασία «Οι οξύθυμοι», με πολλούς από τους οποίους ο Ρόθκο είχε στενές, μα και τεταμένες σχέσεις. Είναι όμως και όλοι όσοι συμμερίζονται τα λόγια του Ρόθκο: «Φαίνεται ότι ο ρόλος του καλλιτέχνη είναι να ψάχνει και να προτρέπει, με κίνδυνο την καταστροφή, η οποία ήταν το πιθανό τίμημα για την εισβολή σε απαγορευμένο έδαφος. Λίγοι απέφυγαν την καταστροφή και γύρισαν πίσω για να μας πουν τι έγινε».

Κατά την αποδοχή του τίτλου του επίτιμου διδάκτορα από το Γέιλ, ο Ρόθκο αναφέρθηκε στη σύγχρονη εποχή της υπερβολικής «πολυλογίας, δραστηριότητας και κατανάλωσης». Και, σαν να προοιωνίστηκε το μέλλον του, αυτός ο σπουδαίος μελαγχολικός και διπλά μετανάστης, ο «ουρανοποιός Ρόθκο», όπως τον χαρακτήρισε ο Ελύτης, καταλήγει: «πολλοί που οδηγούνται σ’ αυτή τη ζωή αναζητούν απελπιστικά εκείνους τους θυλάκους σιωπής στους οποίους μπορούν να ριζώσουν και ν’ αναπτυχθούν. Πρέπει όλοι να ελπίσουμε ότι θα τους βρουν».

Advertisements

Comments are disabled.

Αρέσει σε %d bloggers: