Αναμνήσεις από το Ρετιρέ

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ είναι το πρώτο μου βιβλίο. Το «μαύρο» βιβλίο εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2009 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ενώ τον Δεκέμβριο του 2009 τυπώθηκε η δεύτερη έκδοση. Ένα απόσπασμα του βιβλίου, σε μετάφραση Ευαγγελίας Αυλωνίτη, εκδόθηκε στο αμερικανικό λογοτεχνικό περιοδικό «The Brooklyn Rail», Φεβρουάριος 2011.

[Ένα απόσπασμα…]

[Ένα απόσπασμα σε αγγλική μετάφραση…]

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Έλενα Γιαννουτάκη (περ. Βακχικόν, 2013).

http://www.vakxikon.gr/content/view/1577/9791/lang,el/

Γιώργος Βέης, «Ιδιότυπος αναχωρητισμός» (περ. «Δέκατα», τχ. 29, 2012)

«Είναι το πρώτο του βιβλίο. Η γλώσσα μαρτυρεί ευθέως τα στάδια της δόκιμης επεξεργασίας της. Η χρήση του επιθέτου, φέρ’ ειπείν, είναι λελογισμένη, οι αφορισμοί δεν επαναλαμβάνουν τα γνωστά, ενώ το στοιχείο της καθ’ υπερβολήν διατύπωσης των εννοιολογικών παραμέτρων δεν βαραίνει το όλο αισθητικό μόρφωμα […]»

[Η συνέχεια στο νέο τεύχος των «Δεκάτων»]

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων» (Ελευθεροτυπία, 12/9/2010)

Αρχίζω με τις «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (Γαβριηλίδης, 2009), την παρθενική εμφάνιση του 31χρονου Γιώργου Λαμπράκου. Μια νουβέλα στοχαστική, είδος που σπανίως ευδοκιμεί στη λογοτεχνία μας. Σαν άλλος Μπάρτλεμπι, ο πρωταγωνιστής κλείνεται στο ρετιρέ του και αρκείται στον υπολογιστή του και στο Ιντερνετ, κάνοντας επίδειξη μισανθρωπίας. Πώς η αποθέωση του ατομισμού γεννάει καθαρόαιμο μηδενισμό ή το μανιφέστο της ηλεκτρονικής γενιάς. Με λίγη καλή θέληση, και υπό το φως της ιστορικής συγκυρίας, η νουβέλα του Λαμπράκου θα μπορούσε να εκληφθεί ως ευαγγέλιο μιας νεολαίας που πρωτοστάτησε στις πανελλαδικές ταραχές του Δεκεμβρίου 2008 (τις οποίες λίγοι συνδέουν με τα ογκώδη και παλλόμενα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια του 2007). Ο Λαμπράκος ζωντανεύει την υπαρξιακή ανταρσία της γενιάς του, όπως το πρωτοέκανε, πριν ακόμη κι απ’ τον Σαρτρ και τον γαλλικό υπαρξισμό, ο Χέρμαν Μέλβιλ στην περιβόητη νουβέλα του «Μπάρτλεμπι, ο γραφιάς» (1853). Αλλά μήπως ακούει, επίσης, και «τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», που λέει κι ο Καβάφης;

[Διαβάστε τη συνέχεια…]

Στέργια Κάββαλου, «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (10/9/2010)

Η πορεία από τη μοναχικότητα της μήτρας σε εκείνη του διαδικτύου γράφτηκε με μολύβι. Σε οικογενειακούς τοίχους που τα χνάρια του σβήστηκαν, σε σχολικά θρανία που δεν αγαπήθηκαν, σε αδέξια κατεβασμένα φερμουάρ. Ναι. Οι πρώτες στάσεις είναι πάντα φαμιλιάλ. Ο στενός κύκλος των τριών γίνεται συμμαθητές, μαρκαρίσματα στεγνών ονομάτων στο απουσιολόγιο. Μετά έρχεται ο έρωτας. Όχι το συναίσθημα. Εκείνος ο λίγο ασυναίσθητος, λίγο εξ’ ανάγκης. Για να τελειώσεις. Και εσύ και οι παρτίδες σου μαζί του.

Το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου «Αναμνήσεις από το Ρετιρέ» (εκδ. Γαβριηλίδης) βλέπει τη ζωή όχι βόλτα σε λιβάδι αλλά πτώση από λόφο. Μια ελεύθερη πτώση στο οξύμωρο της ελεύθερης βούλησης. Είναι κομψό, μικρό και μαύρο. Πασπαρτού. Για να τη βγάλεις τη μέρα. Κυρία. Μιλάει από την πιο καθαρή περιοχή της σκέψης σου. Ωμά. Για να στα πει όπως είναι. Δύσκολα.

[Διαβάστε τη συνέχεια…]

Χριστόφορος Βλάχος, «Αναμνήσεις από ένα ζοφερό μέλλον» (Εργατική πολιτική, Μάιος 2010)

Κάθε φορά που κανείς προτείνει ένα βιβλίο, οφείλει να απαντήσει, χωρίς περιστροφές, σε ένα ερώτημα: «γιατί το συγκεκριμένο και όχι κάποιο άλλο;». Η απάντησή, λοιπόν, στο ερώτημα –για το συγκεκριμένο βιβλίο- είναι ένα άλλο ερώτημα: «Πόσα βιβλία υπάρχουν σήμερα που, όταν ολοκληρώσει την ανάγνωσή τους, έχεις σωματοποιήσει την ανάγνωση με ένα σφίξιμο στο στομάχι;». Αυτό, λοιπόν, είναι το αποτέλεσμα από το βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου «Αναμνήσεις από το Ρετιρέ», ένα σφίξιμο στο στομάχι.

[Διαβάστε τη συνέχεια…]

Λευτέρης Βασιλόπουλος, «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (Κοντέινερ, τχ. 5, Μάρτιος 2010)

Το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (εκδόσεις Γαβριηλίδης) αποτελεί, πέρα από ένα μικρό αριστούργημα, και το πολυαναμενόμενο, για κάποιους, «ηλεκτρονικό» μανιφέστο μιας ατροφικής, συναισθηματικά ανάπηρης, χωρίς γενικότητες ή γένη, γενιάς (όσων γεννήθηκαν στα τέλη του ’70).

Διατηρώντας την εξεγερτική πρόζα σε πρώτο ενικό, σαν μία εκ βαθέων εξομολόγηση όσων μας πνίγουν από τη (δανεική) παιδική μας ηλικία, ο συγγραφέας, έχοντας συνείδηση εαυτού, μετά από την εισαγωγική σελίδα –όπου παρουσιάζει κάποιο «τέλος», ώστε να μας βάλει εξαρχής να κολυμπήσουμε στα βαθιά– καταπιάνεται με τον εγκλεισμό στην οικογένεια, στα σχολικά κάγκελα, στην προετοιμασία για την παραγωγική διαδικασία και στις μετέπειτα φυλακές – βρίσκοντας μία ελάχιστη αξιοπρεπή απόδραση στον κυβερνοχώρο.

Όλη την ώρα αντιπαραβάλλονται στίχοι, τόσο ειλικρινείς που παύουν ως τέτοιοι, και αφορισμοί, χωρίς αντίδοτο. Μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω, εδώ, έστω και μία φράση (στη σελίδα είκοσι, πιστεύω, κρύβεται η «μπουκαπόρτα» προς τον άνθρωπο που μας χάρισε αυτό το έργο), αλλά προτιμότερο είναι να το διαβάσετε ως έχει: παραληρηματικό, όπως ταιριάζει στα πολύ προσωπικά, πολύ ιδιαίτερα, πολύ αντιπροσωπευτικά, εντέλει, κείμενα · καταγγελτικό, ως μία απολογία στο φαιδρό δικαστήριο, που έχουμε στήσει όλοι, απλά επιβιώνοντας, χωρίς, πλέον, την διάθεση κάποιου βαθύτερου βιώματος· ποιητικό, με την αμεσότητα της απάντησης προς την προηγούμενη (αλλά και όποια έψαξε κάτι ανάλογο) γενιά, καθώς έκανε αίτημά της, λίγο πριν αποσυρθεί, το άνοιγμα στον Άλλο.

Ιδού και η εξαιρετική σημασία του βιβλίου: σε πρώτη ανάγνωση, νομίζεις ότι μιλάει κάποιος απόλυτα μοναχικός, σχεδόν αυτιστικός, εκνευριστικά νάρκισσος· ξεπερνώντας, όμως, τις «συμπληγάδες», καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι στο κέντρο μιας σκληρής διαπραγμάτευσης. Πώς να απλώσεις το χέρι στον διπλανό, χωρίς να ξεπροβάλει ένα όπλο; Ο Λαμπράκος, με πηγαία μαεστρία, αποφεύγει τους μελοδραματικούς τόνους, την αριστερίστικη φανφάρα περί αναζήτησης «κοινών», κάθε απαίτηση να ανοίξει έναν προεξοφλημένο διάλογο με τον αναγνώστη, καθώς ό,τι έχει να πει το λέει – δεν το υπονοεί, ούτε το μαγειρεύει.

Συνέπεια αυτής της (punk) αισθητικής, σαν grande finale, οι τελευταίες σελίδες, όπου ο Γ.Λ. μας δίνει όλα τα απαραίτητα για την κατανόηση του βιβλίου του «κλειδιά», βάζοντας σε μορφή στίχων τους τίτλους κορυφαίων έργων, του Σελίν, του Στίρνερ, του Μπάλαρντ και αρκετών άλλων. Αυτό το μικρό σε μέγεθος βιβλίο είναι πολύ μεγάλο, κορυφαίο μπορώ να πω και, πέρα από την ευχάριστη έκπληξη, που πάντα σου δημιουργεί μία τέτοια ανακάλυψη, με έκανε να σκεφτώ μήπως στέκομαι μπροστά στο πρώτο –συχνά καθοριστικό– έργο ενός λογοτέχνη που θα αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι της γραφής του. Το εύχομαι ολόψυχα.

Ευτυχία Παναγιώτου, «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (Index, τχ. 38, Μάρτιος 2010)

Αξιοπρόσεκτο ντεπούτο κάνει ο 31χρονος Γιώργος Λαμπράκος, γράφοντας ένα βιβλίο-μινιατούρα που ξαφνιάζει με τη δύναμη των λέξεών του. Ο ένας και μοναδικός ήρωας του βιβλίου, ο Μανόλης Αλεξανδράκης, είναι ένας μισάνθρωπος και αντι-κοινωνικός που προτού αναχωρήσει για τον άλλο κόσμο κληροδοτεί, χωρίς αξιώσεις συγγραφέα, ένα ηλεκτρονικό μανιφέστο στους αναγνώστες του (ηλεκτρονικούς και μη). Το μανιφέστο του, ένα είδος «ιδιαίτερης» κοσμοθεωρίας, παρότι αρνείται, δίχως υπερβολή, καθετί που θεωρούμε υπαρκτό, δείχνει τελικά περισσότερη και από τη συνηθισμένη μέριμνα για την ανθρώπινη κατάσταση μα και για τη σύγχρονή μας κοινωνία.

[Διαβάστε τη συνέχεια…]

Γιώργος Βαρθαλίτης, «Ιδιότυπη εξομολόγηση ενός ιδιότυπου αναχωρητή» (Αυγή, 26/1/2010)

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ του Γιώργου Λαμπράκου είναι η ιδιότυπη εξομολόγηση ενός νέου που σταδιακά απομονώνεται απ’ τον κόσμο, ξεκόβει κάθε επαφή με τους ανθρώπους, κλείνεται στο ρετιρέ του με μόνη συντροφιά τον υπολογιστή του και στο τέλος αυτοκτονεί.

Θα χαρακτήριζα τις Αναμνήσεις ως την αποσπασματική βιογραφία ενός ανθρώπου χωρίς βιογραφία. Το μυθιστορηματικό alter ego του συγγραφέα (ή όχι;) σκιαγραφεί τη γέννηση ενός νέου είδους -κυβερνητικού- αναχωρητισμού και τη δημιουργία ενός ιδιότυπου αναχωρητή-μετανθρώπου. Μοιάζει ασφαλώς κι ετούτος ο αναχωρητής με τον παλιό μοναχό, που αποκόβει σταδιακά όλους τους δεσμούς που τον ενώνουν με τους ανθρώπους και αποσύρεται στη σκήτη του. Η μετάβαση από τον άνθρωπο στη μονάδα διά της μεταδόσεως του μοναδικού ιού προεξοφλείται ήδη στα βυζαντινά κείμενα, όπου συχνά η μοναστική ζωή αποκαλείται μοναδικός βίος. Κατά κάποιον τρόπο, ο πρωταγωνιστής ή αφηγητής της νουβέλας είναι ένας ιδιόμορφος στυλίτης: βρίσκεται κι εκείνος -και προπαντός νιώθει- πάνω απ’ τους άλλους. Μόνο που ο σύγχρονος αναχωρητής έχει απεμπολήσει τον Θεό κι έχει χτίσει το σολιψιστικό του σύμπαν ασπαζόμενος τον απόλυτο μηδενισμό και ευαγγελιζόμενος τον πλήρη εκμηδενισμό της ανθρωπότητας.

[Διαβάστε τη συνέχεια…]

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: