Στιχοπλοκίες

(Εισαγωγή-μετάφραση Γ.Λ.)

Η Μαξίν Τσέρνοφ (γεν. 1952) είναι μια βραβευμένη αμερικανίδα ποιήτρια και μυθιστοριογράφος. Μαζί με τον σύζυγό της, Paul Hoover, εκδίδουν το σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό New American Writing. Στο youtube υπάρχει μια διόλου ευφάνταστη εικονοποίηση του ποιήματός της “Breasts”.

Μαξίν Τσέρνοφ 
«Στήθη»

Αν ήμουν Γαλλίδα, θα έγραφα
για στήθη, δομιστικές θεωρήσεις
για στήθη, αποδομιστικά στήθη,
τα στήθη της Γερτρούδης Στάιν στο Περ-Λασέζ
κάτω από το επιβλητικό μάρμαρο. Στήθη σε φιλμ νουάρ
όχι μεγαλύτερα από ελιές, τα στήθη της Έντιθ Πιαφ
υπό τη σκιά ενός τραγουδιού, τρελά στήθη να παραληρούν
στην αγορά πτηνών την Κυριακή.
Τα στήθη του Τανγκί να απαλύνουν το τοπίο,
η πολιτική των θηλών (είμαστε όλες ίσες).
Ένας φίλος θυμάται να θηλάζει,
το δίδυμο αδελφάκι του μια θολή απειλή. Μα για κάτσε,
στην Αμερική είμαστε, όπου τα στήθη
ήταν μυτερά μέχρι το 1968. Μια φορά επινόησα
ένα μιούζικαλ αλά Μπάσμπι Μπέρκλι, με γυμνές γυναίκες
να κάθονται σε έναν υποθαλάσσιο πάγκο
και ο Ντέιβιντ Μπάουι να τις περιχύνει
με παγωτό. Ηχεί τόσο σεξουαλικό
μα είχε μια πλατωνική, εξωραϊστική ατμόσφαιρα.
Ο Μπέκετ τα λέει μαστάρια, αυτό με κάνει να σκέφτομαι
πατάτες, μα ποιος λέει τα στήθη πατάτες;
Οι χορεύτριες των Μπολσόι πατικώνουν τα στήθη τους
όταν ασκούνται στη μπάρα.
Υποθέτεις ότι σκέφτονται πως αρμενίζουν,
αλλά πιθανόν σκέφτονται το ψωμί, το γεύμα
και το Σόου του Ιγκόρ Ζλότικ (ο δικός τους
Φιλ Ντόναχιου). Έχω μια φωτογραφία
όπου ντύνομαι, ο Πολ μού κάνει έκπληξη
κι εγώ προσπαθώ να κρύψω τα στήθη μου, και μια άλλη
φετινή, όπου ποζάρω σε μια προβλήτα με τα στήθη μου
να ανακλώνται στα ασημένια γυαλιά ηλίου. Δεν φταίω εγώ
που το καλοκαίρι τα λουλούδια πλημμυρίζουν τους κήπους
και τα στήθη δείχνουν τα αστέρια. Οι γάτες
έχουν οκτώ από αυτά, και η Κολέτ μιλάει
για μια γάτα που θήλαζε το μικρό της ενόσω αυτή
θήλαζε τη μητέρα της. Φαντάσου τη σκηνή
με ανθρώπους. Υπάρχει και η ρώσικη
ιστορία για τη γυναίκα… μα για κάτσε,
τα φώτα έκλεισαν, και ο Χάμφρι Μπόγκαρτ
έχει καρφώσει το βλέμμα του στα στήθη της Λορίν Μπακόλ
λες και θα αρχίσουν να μιλάνε.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 17, Ιούνιος 2011]

Ο αμερικανός συγγραφέας Ρέιμοντ Κάρβερ (1938-1988), πέρα από τα διηγήματά του για τα οποία είναι ευρύτερα γνωστός, έγραψε και πολλά ποιήματα. Με την ευθύβολη γραφή του απεικονίζει εύστοχα τις δυσχέρειες και τις οδύνες απλών ανθρώπων που τους έχει λίγο-πολύ τσαλαπατήσει η ζωή. Το ποίημα “Fear” είναι από τα λίγα κείμενά του που δεν περιλαμβάνουν τη λέξη «ποτό».

Ρέιμοντ Κάρβερ 
"Φόβος"

Φόβος ότι θα δω ένα περιπολικό να μπαίνει στο στενό όπου μένω.
Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος το βράδυ.  
Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος.
Φόβος ότι το παρελθόν θα ξυπνήσει.
Φόβος ότι το παρόν θα πετάξει.
Φόβος ότι το τηλέφωνο θα χτυπήσει μες στη μαύρη νύχτα.
Φόβος για τις καταιγίδες.
Φόβος για την καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο!
Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μου έχουν πει πως δεν δαγκώνουν.
Φόβος αγωνίας!
Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου.
Φόβος ότι θα μου τελειώσουν τα λεφτά.
Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, αν κι οι άνθρωποι δεν θα το πιστεύουν.
Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ.
Φόβος ότι θα αργήσω και φόβος ότι θα φτάσω πριν από όλους.
Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου σε φακέλους.
Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ενοχές.
Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη γριά μάνα μου, όταν γεράσω.
Φόβος σύγχυσης.
Φόβος ότι η σημερινή μέρα θα τελειώσει με μια άσχημη είδηση.
Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει.
Φόβος ότι δεν αγαπώ και φόβος ότι δεν αγαπώ αρκετά.
Φόβος ότι αυτό που αγαπώ θα αποβεί ολέθριο για αυτούς που αγαπώ.
Φόβος θανάτου.
Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ.
Φόβος θανάτου.

Αυτό το είπα.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 16, Μάιος 2011]

Η Πάμελα Γκίλιλαν (1918-2001) γεννήθηκε και έζησε στην Αγγλία. Το έργο της άρχισε να εκδίδεται καθυστερημένα, ωστόσο βρήκε θετική ανταπόκριση και αναδημοσιεύτηκε σε επίλεκτες ανθολογίες. Από μια τέτοια ανθολογία (Linda France [ed.], Sixty Women Poets, Bloodaxe Books) σταχυολογήθηκε το ποίημα “Leviathan”. Ο Λεβιάθαν, βιβλικό θαλάσσιο τέρας ή/και χομπσιανή μεταφορά για ένα αναπόφευκτο -δεδομένης της ανθρώπινης αγριότητας- πολιτειακό σύστημα, δεν παύει να μας θυμίζει πως κάθε προσδοκία ότι θα πεθάνει είναι μάλλον too cool to be true.

Πάμελα Γκίλιλαν
"Λεβιάθαν" 

Δεν μπορείτε να κάνετε τις φάλαινες
να κάνουν φάλαινες.
Οι κότες δεν φαίνεται να έχουν πρόβλημα
να γεννούν αυγά για σας·
η καρτερική αγελάδα  
συλλαμβάνει με την εκκένωση της σύριγγας·
κοπάδια γόνων
θα γεμίσουν τσιμεντένιες λίμνες –
αλλά τις φάλαινες δεν μπορείτε να τις χειρίζεστε
να τις περιορίζετε
να τις εκτρέφετε
να τις εξημερώνετε όπως τα δελφίνια ή τα λιοντάρια
να τις βάζετε σε αγέλες όπως τα γουρούνια ή τα πρόβατα.
Η αναπαραγωγή τους είναι δική τους υπόθεση
το γάλα τους για τα δικά τους μικρά.
Πολύτιμες τις βρίσκουμε
μόνο όταν πεθάνουν.
Όταν καμιά δεν θα έχει απομείνει ζωντανή
τα μνημειώδη τους οστά
θα στέκουν ξεγυμνωμένα σε μουσεία
οι εικόνες τους θαυμάσιες στο Φ
στο αλφαβητάρι ενός παιδιού
όπως στο Ν το ντόντο
στο Α ο άνθρωπος.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 15, Μάρτιος 2011]

Ο αμερικανός ποιητής, πεζογράφος και δραματουργός Κένεθ Κόουκ (1925-2002) πέρασε όλη του τη ζωή στη Νέα Υόρκη, γράφοντας ένα πολυδιάστατο έργο που διακρίνεται για τον λυρισμό, τη σαφήνεια και το χιούμορ του, και διδάσκοντας λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. «Είμαι ένας συγγραφέας που του αρέσει να δέχεται επιρροές», έγραψε ο Koch, για τον οποίον ένας κριτικός έγραψε: «Είναι ο πιο αστείος σοβαρός ποιητής μας». Το ποίημα “Permanently” γράφτηκε το 1962.

Κένεθ Κόουκ
"Διαρκώς"

Μια μέρα τα Ουσιαστικά ήταν συγκεντρωμένα στον δρόμο.
Ένα Επίθετο πέρασε βαδίζοντας, σκοτεινά όμορφο.
Τα Ουσιαστικά εντυπωσιάστηκαν, συγκινήθηκαν, μεταμορφώθηκαν.
Την επομένη ήρθε με αμάξι ένα Ρήμα και δημιούργησε την Πρόταση.

Κάθε Πρόταση λέει κάτι – για παράδειγμα: «Αν και ήταν σκοτεινή και
            βροχερή η μέρα όταν το Επίθετο πέρασε βαδίζοντας, θα θυμάμαι
            την αγνή και γλυκιά έκφραση στο πρόσωπό του ως την ημέρα που
            θα χαθώ από αυτή την πράσινη, γόνιμη Γη».
Ή: «Αντρέα, κλείνεις σε παρακαλώ το παράθυρο;»
Ή, για παράδειγμα: «Η ροζ γλάστρα με τα λουλούδια στο περβάζι άλλαξε
            προσφάτως χρώμα κι έγινε ανοιχτοκίτρινη εξαιτίας της θερμότητας
            από το διπλανό εργοστάσιο. Σας ευχαριστώ».

Την άνοιξη οι Προτάσεις και τα Ουσιαστικά ήταν ξαπλωμένα σιωπηλά
            στο γρασίδι.
Εδώ κι εκεί, ένας μοναχικός Σύνδεσμος φώναζε: «Και!» «Αλλά!»
Αλλά το Επίθετο δεν εμφανίστηκε.

Όπως το επίθετο χάνεται στην πρόταση,
Έτσι κι εγώ χάνομαι στα μάτια, τα αυτιά, τη μύτη και τον λαιμό σου.
Με μάγεψες με ένα μοναδικό φιλί
Που ποτέ δεν θα αναιρεθεί
Μέχρι την καταστροφή της γλώσσας.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 14, Φεβρουάριος 2011]

Η σκοτσέζα ποιήτρια Έλμα Μίτσελ (1919-2000) εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος, ραδιοτηλεοπτική παραγωγός και δημοσιογράφος. Το ποίημα “Vulnerable” βρίσκεται στη συλλογή People Etcetera: Poems New & Selected (1987).

Έλμα Μίτσελ
"Ευάλωτα"

Όλα είναι ευάλωτα το ξημέρωμα.
Τα σπίτια θαμπά στο χείλος του φωτός που αργοσαλεύει.
Δεν είναι ακόμα ορθά, δεν είναι ακόμα ιδιοκτησία κανενός.

Μες στα σπίτια
Μένει να ξεμπερδευτούν κρεβάτια και κορμιά
Γυμνά, τριχωτά, καλυμμένα, που ρέουν κι ανασαίνουν
Χωρίς άλλο καλλυντικό πέρα από το χρώμα του πρωινού.

Κανένα κορμί δεν έχει προλάβει να βάλει τη στολή του
Να εξοπλιστεί με τις σίγουρες και συνήθεις φράσεις
Να αρχίσει να μετράει, να σκέφτεται, να πεινάει,
Να είναι άνδρας ή γυναίκα…

Κείτονται σκόρπια, αθέατα, απαλά, αξιαγάπητα,
Στα κρυφά χέρια του ξημερώματος,
Του συγκινητικού φωτός που τα αγγίζει.

Δεν είναι ακόμα ορθά, δεν είναι ακόμα ιδιοκτησία κανενός.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 13, Ιανουάριος 2011]

Ο άγγλος ποιητής Φίλιπ Λάρκιν (1922-1985) δημοσίευσε μόλις τέσσερις ποιητικές συλλογές, που εντούτοις (ή ακριβώς γι’ αυτό) άρκεσαν για να χαρακτηριστεί από τους Times το 2008 ως ο καλύτερος μεταπολεμικός βρετανός συγγραφέας. Εργάστηκε εφ’ όρου ζωής ως βιβλιοθηκάριος, ενώ δημοσίευσε επίσης δύο μυθιστορήματα και πολλά άρθρα για την ποίηση και τη τζαζ. Η λεκτική σαφήνεια, η μετρική αρτιότητα, η εκλεπτυσμένη ειρωνεία, η φαταλιστική αποστασιοποίηση και η υποδόρια μελαγχολία είναι μερικά από τα γνωρίσματα της ποίησής του. Το “This Be The Verse” (High Windows, 1974) ανήκει πια στα γνωστότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας. Ο τίτλος παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο βιβλικό εδάφιο (Έξοδος, 20:5) «εγώ γαρ ειμί Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής, αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα…»

Φίλιπ Λάρκιν
"Ιδού το εδάφιο"

Ο μπαμπάς σου κι η μαμά σου σε γαμούνε.
Το κάνουν διαρκώς, κι ας μην το εννοούνε.
Πρώτα σού φορτώνουν τα δικά τους τα στραβά
Κι άλλα τα προσθέτουνε για σένα ειδικά.

Μα κι αυτούς με τη σειρά τους τούς γαμούσαν
Αυτοί οι μωροί που παλιακά ρούχα φορούσαν,
Άλλοτε μεταξύ τους δήθεν ο σεβασμός
Κι άλλοτε μες στο σπίτι γινόταν ο χαμός.

Ο άνθρωπος στον άνθρωπο πασάρει δυστυχία
Και τούτη, σαν τη θάλασσα, βαθαίνει με τη μία.  
Κοίτα το σπίτι όσο πιο γρήγορα ν’ αφήσεις
Και πρόσεξε καλά, παιδιά μην αποκτήσεις.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 12, Δεκέμβριος 2010]


Η Κάρολ Αν Ντάφι γεννήθηκε το 1955 στη Γλασκόβη και από το 1996 ζει στο Μάντσεστερ. Εργατικών καταβολών, ανύπαντρη μητέρα και δηλωμένη ομοφυλόφιλη, η Ντάφι εστιάζει με τη στοχαστική και ευθύβολη ποίησή της στην προβληματική της ερωτικής ταυτότητας, στη ζωή των περιθωριοποιημένων ανθρώπων, στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Το 2009 τής απονεμήθηκε η ύψιστη λογοτεχνική διάκριση της Βρετανίας (Poet Laureate). Το ποίημα “Education for Leisure” βρίσκεται στην πρώτη της συλλογή, Standing Female Nude (1985). Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποίημα αφαιρέθηκε το 2008 από την ανθολογία ποίησης του Βρετανικού Κέντρου Εξετάσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με την κατηγορία ότι προάγει τη βία, αναγκάζοντας τη Ντάφι να εξηγήσει την ειρωνικά διατυπωμένη έκκλησή της για μια διαφορετική εκπαίδευση και προοπτική, που δεν θα λαμβάνει τοις μετρητοίς, όπως το «εγώ» σε αυτό το ποίημα, τον σεξπιρικό στίχο από τον Βασιλιά Λιρ: «Όπως οι μύγες για τα παλιόπαιδα, είμαστε εμείς για τους θεούς/ Μας σκοτώνουν για την πλάκα τους».

Κάρολ Αν Ντάφι
"Εκπαίδευση για σχόλη"

Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Οτιδήποτε.
Βαρέθηκα να με αγνοούν, και σήμερα
θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,
κάπως γκρίζα, η πλήξη σαλεύει στους δρόμους.

Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρα.
Αυτό το κάναμε στο σχολείο. Σέξπιρ. Ήταν σε
άλλη γλώσσα, και τώρα η μύγα είναι σε άλλη γλώσσα.
Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τ’ όνομά μου.

Είμαι ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω οτιδήποτε, αν είχα
την ευκαιρία. Όμως σήμερα θ’ αλλάξω τον κόσμο.
Κάποιου τον κόσμο. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα
ξέρει πως είμαι ιδιοφυία και έχει κρυφτεί.

Χύνω το χρυσόψαρο στη λεκάνη. Τραβώ την αλυσίδα.
Και βλέπω ότι καλόν. Ο παπαγάλος πανικοβάλλεται.
Κάθε δυο βδομάδες περπατώ τρία χιλιόμετρα ως την πόλη
για να υπογράψω στο ταμείο ανεργίας. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.

Δεν έχει μείνει τίποτα να σκοτώσω. Καλώ στο ραδιόφωνο
και λέω στον άνθρωπο ότι μιλά μ’ ένα διάσημο αστέρι.
Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρό μας και βγαίνω έξω.
Ξαφνικά τα πεζοδρόμια γυαλίζουν. Αγγίζω το μπράτσο σου.

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 11, Νοέμβριος 2010]

Ο Ουίλιαμ Στάνλεϊ Μέργουιν γεννήθηκε το 1927 στη Νέα Υόρκη και ζει από το 1976 στη Χαβάη. Έχει στο ενεργητικό του πάνω από 50 βιβλία ποίησης, πρόζας και μετάφρασης, έργο για το οποίο έχει πολυβραβευτεί (δύο Πούλιτζερ Ποίησης, ένα Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, ενώ φέτος ανακηρύχτηκε Δαφνοστεφής Ποιητής των Η.Π.Α.). Η ποίησή του επικεντρώνεται στην αλλοτριωμένη έως και εχθρική σχέση του νεωτερικού ανθρώπου με τη φύση και στις συνακόλουθες κοινωνικές και υπαρξιακές του δυσχέρειες. Το ποίημα “WHAT IS MODERN” βρίσκεται στη συλλογή Opening the hand (1983).

Ουίλιαμ Στάνλεϊ Μέργουιν
"Τι είναι μοντέρνο" 

Είσαι άραγε μοντέρνος

είναι το πρώτο
δέντρο που έρχεται
στο νου μοντέρνο
μήπως έχει μοντέρνα φύλλα

ποιος είναι μοντέρνος μετά από ώρες
μπροστά στη γυάλινη πόρτα
του φαρμακείου
ή
ακούγοντας τον ήχο του αεροδρομίου

ή περνώντας τη
μάντρα
όπου μια φορά τη βδομάδα
αναισθητοποιώ τα ζώα
ποιος είναι μοντέρνος στο κρεβάτι

πότε
γεννήθηκε το μοντέρνο
ποιος ήταν ο πρώτος που του άρεσε
να νιώθει μοντέρνος
ποιος αξίωσε πρώτος τη λέξη
ως κτήμα
λέγοντας είμαι
μοντέρνος

όπως θα ‘λεγε κανείς
είμαι πρωταθλητής
ή είμαι
διάσημος ή ακόμα
όπως κάποιοι θα ‘λεγαν είμαι
πλούσιος

ή αγαπώ τον ήχο
του κλαρινέτου
ναι κι εγώ
σου αρέσει το κλασικό
ή το μοντέρνο

άρχισε άραγε κάποτε το μοντέρνο
να είναι μοντέρνο
μήπως υπήρχε ένα πρωί
όπου βρισκόταν εκεί για πρώτη φορά
απολύτως μοντέρνο

είναι το σήμερα μοντέρνο
η μοντέρνα ανατολή του ήλιου
πάνω απ’ τη μοντέρνα στέγη
του μοντέρνου νοσοκομείου
αποκαλύπτει τις μοντέρνες δεξαμενές και κεραίες
στο μοντέρνο ορίζοντα

κι οι μοντέρνοι άνθρωποι
ο ένας μετά τον άλλον
μόνοι και χωρίς να μιλούν
αγοράζουν την πρωινή εφημερίδα
στον δρόμο για τη δουλειά

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 10, Οκτώβριος 2010]

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: