«Η Αρκαδία δεν βρίσκεται στη Γη»

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 10, Οκτώβριος 2010]

 «Πας λογικός άνθρωπος πρέπει να εργάζεται

νυχθημερόν, ακαμάτως και ανενδότως,

προς κατάκτησιν του υπερτάτου αγαθού της αργίας»

Εμμ. Ροΐδης

Οι γονείς της γενιάς μου μεγάλωσαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και δούλεψαν πολύ. Οι γονείς τους μεγάλωσαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και δούλεψαν πολύ. Οι πρόγονοί τους μεγάλωσαν πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά από πολλούς πολέμους και δούλεψαν πολύ. Και πάει δουλεύοντας, μέχρι την Εύα και τον Αδάμ, που μόλις εκδιώχτηκαν από τον Παράδεισο αναγκάστηκαν να συμπληρώσουν το βιογραφικό τους, αφού εκεί, από κάθε άποψη, δεν είχαν καμιά δουλειά. Ένα μεσημέρι λοιπόν το φίδι, έτσι όπως εκείνοι τεμπέλιαζαν κάτω από μια μηλιά, έχυσε μέσα τους το δηλητήριο του κακού με τη μορφή της ανίας. Οι πρωτόπλαστοι αθέτησαν την υπόσχεση που είχαν δώσει στον θεό τους να μην ανιούν και κατάπιαν αμάσητο το μήλο της εργασίας που, παρότι ξινόμηλο, αν μη τι άλλο συνιστούσε τροφή.

Έκτοτε οι άνθρωποι δεν έπαψαν να πέφτουν κάτω από την ίδια ξινομηλιά. Εργασία, σύμφωνα με την πρώτη λεξικογραφική σημασία, είναι η παραγωγή έργου με σωματική ή πνευματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από ανταμοιβή σε χρήμα ή είδος. Στην αρχαία Ελλάδα η σωματική εργασία αφορούσε αποκλειστικά στον δούλο και στον μικροπαραγωγό, που έκαναν αυτό που δεν ήθελε και δεν άρμοζε να κάνει ο κύριος. Αυτός βέβαια δεν αεργούσε, αλλά καταγινόταν πότε με τη διοίκηση και τον πόλεμο, και πότε με κάποια πνευματική εργασία, όπως ενατένιση, επιστήμη, τέχνη κ.λπ., αλλά πάντα με στόχο την εφαρμογή της. Από το ησιόδειο χρυσό γένος, μία ακόμα φαντασίωση απόλυτης αεργίας, περάσαμε στην επίχρυση εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, προσφιλώς αναφερόμενο παράδειγμα της υποτιθέμενης συνύφανσης της δημιουργικότητας με την τεμπελιά, όπου οι άνδρες επιδίδονται στη διαχείριση του δήμου και ασφαλώς στην υλοποίηση του πνεύματος. Ο Φειδίας ανεβοκατέβαινε την Ακρόπολη φροντίζοντας για την άρτια κατασκευή των μαρμάρινων έργων, ενώ ο παντογνώστης Σωκράτης κυνηγούσε τους συμπολίτες του για να τους μεταδώσει όσα (δεν) γνώριζε για το πώς να διάγουν τον βίο τους. Όσο για τον Αριστοτέλη, όταν ισχυριζόταν ότι ο μονήρης είναι ή θηρίο ή θεός, μάλλον εννοούσε πως δεν αντέχει να μην επιδεικνύει το έργο του στους άλλους αποζητώντας την αναγνώριση. Ακόμα και ο Διογένης ο Κυνικός δεν ήταν τόσο τεμπελόσκυλο ώστε να μη γράψει βιβλία και να μην εργαστεί ως δάσκαλος των παιδιών του Ξενιάδη.

Πέρα από την εσωτερικά επαπειλούμενη ανία και την εξωτερικά δημιουργούμενη ενοχή, και πέρα από την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών, άλλος ένας λόγος που κάνει τους πάντες να εργάζονται είναι η επίγνωση της θνητότητας, άσχετα αν συνοδεύεται από τον φόβο αυτής. Ακόμα και στο μοναστήρι, χώρο όπου ο χρόνος φαντάζει αιώνιος και η διάκριση ανάμεσα σε ζωή και θάνατο μηδαμινής σημασίας, ο καθημερινός βίος περιλαμβάνει τις περισσότερες από τις πνευματικές και σωματικές εργασίες που απασχολούν και τις κοσμικές κοινωνίες. Τους δύο τελευταίους αιώνες, και ιδίως στη Δύση, η ελπίδα ότι ο εκμηχανισμός θα επέφερε το τέλος της εργασίας και της αποξένωσης των εργαζομένων από το προϊόν της (αφού κατά τον κομουνιστικό μύθο το πρωί θα κυνηγάμε, το απόγευμα θα ψαρεύουμε και μετά το δείπνο θα ασκούμε κριτική – προφανώς στο προτσές του κυνηγιού και του ψαρέματος, αφού όλα τα άλλα θα είναι άψογα…) διαψεύστηκε παταγωδώς. Ο καπιταλιστικός μύθος της αέναης προόδου εξακολουθεί να προοδεύει αέναα και να συμπαρασύρει τα πάντα: όσοι πηγαίνουν διακοπές, ανεξάρτητα από το αν είναι νεόπλουτοι γιάπηδες ή γενειοφόροι φυσιολάτρεις, σκέφτονται διαρκώς πότε και υπό ποιες συνθήκες θα επιστρέψουν στην εργασία για να συμβάλουν στην «πρόοδο», τη «μαγική λέξη της νεωτερικότητας» (Σορέλ). Όσοι πιστεύουν ότι μπορούν να ζήσουν ισόβια χωρίς να εργαστούν ποτέ, δεν το έχουν δοκιμάσει ποτέ. Μόνο η απεριόριστη, κατ’ ουσίαν ανικανοποίητη ανθρώπινη επιθυμία κάνει το άλμα από το θαυμάσιο «Κυριακή, γιορτή και σχόλη» στο ανέφικτο «να ‘ταν η βδομάδα όλη». Το «δικαίωμα» στην τεμπελιά προϋποθέτει την ανθρωπολογικά αναπόδραστη «υποχρέωση» στην εργασία.

Την τεμπελιά πολλοί αγάπησαν, τον τεμπέλη κανείς. Ο Κιτς αναφέρει σε επιστολή του πως όταν γράφει ποιήματα «εργάζεται», άσχετα αν προσθέτει ότι το κάνει «με μια αίσθηση αεργίας». Όσο για τον Ρεμπό, αφότου άλλαξε την ευρωπαϊκή ποίηση, επιδόθηκε μέχρι θανάτου στο εμπόριο πασχίζοντας να γίνει, όπως έγραψε στα δέκα του, «εισοδηματίας». Δύσκολα θα αποκαλούσαμε τεμπέλη τον λογοτεχνικό κολοσσό που αποκαλούσε βία «την τόλμη μου να τεμπελιάζω» (Ζενέ), ή τον εικονοκλάστη Ντεμπόρ που παρά το σύνθημά του («Μη δουλεύετε ποτέ!») δούλεψε όσο ελάχιστοι για την ανατροπή της κοινωνίας του θεάματος (αυτό κι αν «θέλει δουλειά πολλή»). Ομοίως ο Βανεγκέμ διαχώρισε σοφά τη σωματική τεμπελιά από την πνευματική αποχαύνωση και υπερασπίστηκε την «εκλεπτυσμένη τεμπελιά», που πόρρω απέχει από τη βραδύνοα ραστώνη. Όταν δε ο Καρούζος ταύτιζε την τεμπελιά, ως «ανώτερη μορφή εργασίας», με «του απόλυτου τη χρήση», προφανώς δεν είχε κατά νου το τάβλι. Τέλος, δεν είναι τυχαίο πως οι καλλιτέχνες μάς καλούν να δούμε πάντα τη «δουλειά» τους, ποτέ την «τέχνη» τους. Επομένως, ακόμα και για τους δήθεν «ακαμάτες» ποιητές και στοχαστές, η εργασία, δηλαδή η μετουσίωση, είναι μια θεμελιώδης πραγματικότητα. Από νήπια μαθαίνουμε πώς να μετουσιώνουμε, να «δουλεύουμε», την ερωτική ορμή σε δραστηριότητα δυνάμει ωφέλιμη για εμάς, για άλλους ή για όλους. Και πώς θα γινόταν αλλιώς, αφού σε μια κοινωνία χωρίς εργασία ο αγώνας για επιβίωση θα κατέληγε στο να τρώει ο καθένας το υψηλό αντικείμενο της επιθυμίας του, δηλαδή τον ερωτικό άλλο. Τυχερός όποιος διανύει πάντα μετ’ επιστροφής τη διαδρομή από την ελευθερία (του έρωτα) στη δουλεία (της εργασίας).

Η καλή μέρα από το βράδυ φαίνεται. Το βράδυ η πλειονότητα της ανθρωπότητας βλέπει τον εργασιακό εφιάλτη που θα ζήσει το πρωί, ενώ το πρωί ονειροπολεί παλεύοντας με το δίλημμα «βαρέθηκα να δουλεύω»/«βαρέθηκα να κάθομαι», ενόσω κοιμάται όρθια όσον αφορά τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να τρέψει την εργασία προς το μεγαλύτερο δυνατόν όφελός της. Ποιοι είναι άραγε οι τρόποι συνδυασμού της ντοματούλας με την τηλεματική, ποια τμήματα της τρέχουσας κοινωνίας της πληροφορίας θα μπορούσαν να τους εφαρμόσουν και προς όφελος ποιων; Σήμερα που η ανεργία καλπάζει δομικά και το συντομότερο ανέκδοτο ακούει στο όνομα «σύνταξη», όνειρο δεν μπορεί να είναι πια η κατάργηση της εργασίας, αλλά η δραστική βελτίωση και μείωσή της μέσω αναδιάταξης των μέσων και των προϊόντων της, με παράλληλους στόχους τον σεβασμό στο περιβάλλον, την άμβλυνση της ισοπεδωτικής τυποποίησης, και φυσικά την ίδια τη ραθυμία μες στην επισφαλή ασφάλεια που προσφέρουν η αντιφατικότητα του ανθρώπου και η καταστροφικότητα της φύσης. Έκθεση Γ´ Λυκείου; Η ιστορία θα κρίνει. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος ταύτισε τη Γη της Επαγγελίας με τη Γη της Παραγγελίας, όπου όλα καταφθάνουν αρκεί να σηκώσει το χέρι του. Το όνειρο μιας επίγειας Εδέμ δίχως εργασία μοιάζει με το όνειρο της αθανασίας: όσο ειλικρινέστερα το εξετάσει κανείς, τόσο πιο εφιαλτικό φανερώνεται. Αν και Αρκάς, πιστεύω πως η Αρκαδία δεν βρίσκεται στη Γη, πόσο μάλλον στην Ελλάδα.

Δεν γεννήθηκα για να κοιτάζω τον ήλιο από το πρωί ως το βράδυ, ούτε για να κοιτάζω τη σελήνη από το βράδυ ως το πρωί. Δεν γεννήθηκα όμως ούτε και για να δουλεύω από το πρωί ως το επόμενο πρωί με ελάχιστες δυνατότητες ψυχοσωματικής και οικονομικής πλήρωσης. Νιώθω πως γεννήθηκα για να δημιουργώ ζωή και όχι να καταστρέφω τη ζωή άλλων. Όταν όμως κάποιοι καταστρέφουν τη ζωή και την όμορφη βίωσή της μέσω, μεταξύ άλλων, και της εργασίας, τότε κάθε αντίδραση με στόχο την ανατροπή τους φαντάζει αλυσιδωτή. Αν το μέλλον είναι «το μόνο είδος ιδιοκτησίας που οι κύριοι παραχωρούν πρόθυμα στους δούλους τους» (Καμί), ήρθε η ώρα όσοι αισθάνονται δούλοι να πάρουν το παρόν στα χέρια τους, απωθώντας συγχρόνως την ορμή τους να γίνουν κύριοι. Εδώ η ευγένεια, με τη νιτσεϊκή έννοια ότι αναβάλλεται η αντιμετώπιση του εχθρού, παραμερίζεται μπροστά στην αντίσταση. Πάντα θα χύνεται ιδρώτας, αλλά και αίμα. Αίμα κακό.


Advertisements

One response to “«Η Αρκαδία δεν βρίσκεται στη Γη»

Αρέσει σε %d bloggers: