«Πετροπαιχνιδιάτορες»

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 12, Δεκέμβριος 2010]


 Ήμουν τεσσάρων ετών κι έπαιζα με το κουβαδάκι μου στην παραλία. Γέμιζα με άμμο το κουβαδάκι και μετά έχυνα την άμμο από το κουβαδάκι και μετά ξαναγέμιζα με άμμο το κουβαδάκι και μετά ένιωσα ότι πλήττω. Πέταξα λοιπόν το κουβαδάκι στη θάλασσα και είδα ότι την πλήξη ακολουθεί ο πόλεμος κατά της πλήξης. Παιχνίδι-Πλήξη-Πόλεμος, κι όλο πάλι απ’ την αρχή: αυτό είναι η ζωή, ένιωσα· λάθος, η δική μου ζωή, ένιωσα στη συνέχεια· λάθος, η ζωή, ένιωσα τελικά. «Κοίτα, πέταξε το κουβαδάκι στη θάλασσα!», άκουσα να λέει πίσω μου μια γνώριμη φωνή σε κάποιον, που με τη γνώριμη φωνή του με ρώτησε: «Γιατί πέταξες το κουβαδάκι στη θάλασσα;» Δεν με θυμάμαι να απαντώ, με θυμάμαι μόνο να μαζεύω το κουβαδάκι και να το γεμίζω πέτρες.   

Δεν θα ήταν διόλου παιδαριώδες (και φορώντας προσωρινά γραβάτα) να μιλήσουμε για το παιχνίδι αρχίζοντας από τον σοβαρότερο θεωρητικό του 20ού αιώνα.  Στο κείμενο «Ο ποιητής και η φαντασία» (1908), ο Φρόιντ υποστηρίζει ότι «το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα».[1] Το παιδί παίζει μιμούμενο τους ενήλικες, ενώ αυτοί, που δεν τους επιτρέπεται πια να παίζουν, κρύβουν τις απαγορευμένες φαντασιώσεις τους, απολαμβάνοντάς τες συνήθως όταν τους τις προσφέρει ένας ποιητής σε αισθητικό πιάτο. Ο ποιητής δημιουργεί έναν φανταστικό κόσμο που τον λαμβάνει απολύτως σοβαρά υπόψη. «Η ποίηση και το ονειροπόλημα είναι προέκταση και υποκατάστατο του παλαιού παιδικού παιχνιδιού». Αχ ποιητή, πάλι σαν παιδί κάνεις.

Στο ίδιο κείμενο ο Φρόιντ αναφέρει την πεποίθηση κάποιων ποιητών ότι όλοι οι άνθρωποι κρύβουν έναν ποιητή μέσα τους. Εδώ βασίζεται ο παιδοψυχαναλυτής Ουίνικοτ για να διευρύνει τις θέσεις του Δασκάλου. Στο τελευταίο βιβλίο του, Playing and Reality (1971),[2] μελετά «την ουσία της ψευδαίσθησης, εκείνης που επιτρέπεται στο νήπιο και εκείνης που στην ενήλικη ζωή είναι εγγενής στην τέχνη και τη θρησκεία». Ονομάζει «μεταβατικό φαινόμενο» την ενδιάμεση περιοχή που διαχωρίζει, στο βρέφος, την εσωτερική ψυχική πραγματικότητα από τον εξωτερικό κόσμο. Θέση «μεταβατικού αντικειμένου» επέχει αρχικά το μητρικό στήθος και στη συνέχεια οτιδήποτε επιτελεί αυτή τη λειτουργία: στον ενήλικο βίο τα μεταβατικά φαινόμενα διαχέονται «σε όλο το πολιτισμικό πεδίο». Όλοι βράζουμε στο ίδιο (μεταβατικό) κοντέινερ.

Εδώ ο Ουίνικοτ εισάγει μια «σημαντική διάκριση ανάμεσα στις έννοιες “παιχνίδι” και “παίξιμο”». Το παιχνίδι (game) είναι «σκηνοθετημένο», ένα «τέχνασμα», ενώ το «παίξιμο» (playing) είναι ένα «φυσικό πράγμα» που «διευκολύνει την ανάπτυξη και συνεπώς την υγεία». Στο παίξιμο, «και ίσως μόνο σ’ αυτό, το παιδί ή ο ενήλικος είναι ελεύθερος να είναι δημιουργικός»: η δημιουργικότητα δεν αφορά όμως μόνο τον καλλιτέχνη, αλλά «οποιονδήποτε». «Η δημιουργική συναίσθηση είναι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, εκείνο που κάνει το άτομο να αισθάνεται ότι τη ζωή αξίζει να τη ζήσει». Το δημιουργικό παίξιμο με τον κόσμο εγκαθιδρύει μια «τρίτη περιοχή, την περιοχή της πολιτισμικής εμπειρίας που είναι παράγωγο του παιχνιδιού». Είναι ένας από τους ελάχιστους τρόπους να (ξανα)γευτούμε τον κόσμο ως γιγάντιο στήθος.

Ο Ουίνικοτ συνεχίζει διακρίνοντας τη φαντασίωση από τη φαντασία. Στη φαντασίωση το άτομο «αποσυνδέεται» από τον εαυτό του και ταυτίζεται με το αντικείμενο που φαντασιώνεται: έτσι όμως «η φαντασίωση παρεμποδίζει τη δράση και τη ζωή στον πραγματικό ή εξωτερικό κόσμο». Απεναντίας η φαντασία οδηγεί στο δημιουργικό παίξιμο με τον κόσμο και την ικανοποίηση βασικών επιθυμιών. Αυτό εννοεί ο Άνταμ Φίλιπς, ο βασικός συνεχιστής του Ουίνικοτ, όταν λέει ότι «Δεν υπάρχει καλύτερη εγγύηση για την ηδονή από το να είναι κανείς ρεαλιστής».[3] Ο πολιτισμός διδάσκει τρόπους να γνωρίζουμε τις συχνά αντιφατικές επιθυμίες μας, αλλά κυρίως να αντιστεκόμαστε σε αυτά που τις εμποδίζουν: «Ο πολιτισμός είναι όντως εκείνο που καθιστά δυνατές τις αντιρρήσεις μας στον πολιτισμό».

Ο θεωρητικός του παιξίματος Σάτον-Σμιθ προτείνει, από την άλλη, μια εξελικτική ερμηνεία του. Το παίξιμο, τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες, είναι ένας μηχανισμός προσαρμογής στο κοινωνικό περιβάλλον. Στο επίκεντρο βρίσκεται η έννοια της «ποικιλομορφίας»: «όποιοι γίνονται καλοί κοινωνικοί παίκτες βελτιώνουν τις γενικές κοινωνικές τους δεξιότητες».[4] Η αποδομητική ανάλυση των «επτά ρητορικών του παιξίματος» (πρόοδος, μοίρα, δύναμη, ταυτότητα, φαντασιακό, εαυτός, επιπολαιότητα) καταδεικνύει την τεράστια σημασία του, καθώς παρουσιάζεται ως ένα «μοντέλο του καθημερινού υπαρξισμού».

Πετώντας μακριά τη γραβάτα, θα λέγαμε ότι η τρέχουσα παιδεία παίζει με τα παιδία: ο πολιτισμός μας σοβάρεψε χωρίς να σοβαρευτεί, καθώς εκδιώκει το παίξιμο ως λειτουργία ανάπτυξης της φαντασίας και της δημιουργικότητας. Παίξιμο με τον κόσμο δεν είναι το φαντασιωτικό σύνδρομο του Πίτερ Παν, ούτε η επιφανειακή επικοινωνία στα επιτραπέζια παιχνίδια ή η ψυχαναγκαστική απομόνωση στα ηλεκτρονικά. Το παίξιμο με τον κόσμο εισάγει την παιγνιώδη διάθεση στη βαθιά συνειδητοποίηση των υπαρξιακών διακυβευμάτων και των κοινωνικών στοχεύσεων, όμως ενέχει πολυχρωμία και διακινδύνευση, δηλαδή τα αντίθετα από αυτά που υπόσχεται, και πάντα προσφέρει, ο δικτάτορας. Για τη μετουσίωση της επιθετικότητας σε δημιουργικότητα, ωστόσο, δεν μπορεί παρά να ευθύνεται το περιβάλλον που ανατρέφει το παιδί, όχι το ίδιο το παιδί. Η καταδίκη κάθε είδους βίας δεν είναι συνεπώς ούτε αυτονόητη ούτε ισχυρή, κύριε Πρόεδρε. «Η ζωή φτωχαίνει, δεν έχει ενδιαφέρον, όταν οι άνθρωποι δεν ριψοκινδυνεύουν το ανώτατο τίμημα στα παιχνίδια της ζωής, την ίδια τη ζωή», [5] λέει ο Δάσκαλος. «Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώση/ να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή», επιτάσσει ο Ποιητής. Παίζουμε;


[1] Σίγκμουντ Φρόυντ, Ψυχανάλυση και λογοτεχνία, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Επίκουρος, 1994, σσ. 152, 162.

[2] Στα ελληνικά αποδόθηκε ως: Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα, μτφρ. Γ. Κωστόπουλος, Καστανιώτης, σσ. 26, 31, 83, 177, 176, 85, 103, 127, 121, 180, 71.

[3] Adam Phillips, Το θηρίο στο παιδικό δωμάτιο, μτφρ. Ν. Ηλιάδης, Οκτώ, 2010, σσ. 17, 62. Στο On Kissing, Tickling and Being Bored, (υπό έκδοση, Οκτώ, μτφρ. Γ. Λαμπράκος) ο Φίλιπς τονίζει τη σημασία της πλήξης για το παιδί, καθώς και της μητέρας που (πρέπει να) «εποπτεύει τη μοναξιά του».

[4] Brian Sutton-Smith, The Ambiguity of Play, Harvard, 1997, pp. 44, 228.

[5] Σίγκμουντ Φρόυντ, Επίκαιρες παρατηρήσεις για τον πόλεμο και τον θάνατο, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Επίκουρος, 1998, σ. 45.



Αρέσει σε %d bloggers: