«Η ουσία των ουσιών»

[Πρώτη δημοσίευση, Κοντέινερ, τχ. 13, Ιανουάριος 2011]

 

«Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση».

Αλ. Παπαδιαμάντης, «Ο έρωτας στα χιόνια»

Ένας κοκάκιας, ένας χαπάκιας κι ένας χασικλής πέφτουν πάνω σε τοίχο. Ο κοκάκιας λέει «Θα τον σπάσω!», ο χαπάκιας λέει «Ας πετάξουμε από πάνω του», ο χασικλής λέει «Ας αράξουμε καλύτερα…» Αν προσθέταμε στην παρέα έναν μπεκρή, τον φανταζόμαστε να ψηλαφεί τον τοίχο αναζητώντας την πόρτα του μπαρ για ένα τελευταίο, προτού αποχωρήσει (για το επόμενο μπαρ). Εδώ δεν θα μας απασχολήσουν ωστόσο οι πολύπλευρες επιδράσεις των διαφόρων ουσιών, αλλά η ουσία τους, που είναι ο Τοίχος.

Από αρχαιοτάτων χρόνων, σε όλα τα μήκη, τα πλάτη και τα «ύψη» της υφηλίου αναλώνονται ουσίες που, παρότι εκ πρώτης σκέψεως όχι μόνο δεν μοιάζουν αναγκαίες για την ανθρώπινη επιβίωση αλλά και πιθανόν της βάζουν τρικλοποδιές, είναι άκρως ποθητές. Η ψυχή δεν θέλει να βάλει μυαλό και επιζητά συχνά την τεχνητή τροποποίησή της. Η πανανθρώπινη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η «νοσηρή ευθυμία» (Μποντλέρ) που αυτές προκαλούν στρέφουν τη θεώρησή μας προς μιαν Ανάγκη μάλλον βαθύτερη από την όποια, εθνική ή διεθνική, πολιτική ή οικονομική απόφαση να επιλεγούν και να μοιραστούν στον εκάστοτε λαό τα κατάλληλα είδη «οπίου» στην κατάλληλη δοσολογία.

Ουσίες παίρνουμε για να νιώσουμε ευφορία: αυτή είναι «η φυσιολογική κατάσταση ενός καλά συντηρημένου εγκεφαλικού φλοιού που “αγνοεί τα πάντα” για τα όργανα και το ίδιο του το σώμα», γράφει ο (περιστασιακός χρήστης κοκαΐνης) Φρόιντ στα νεανικά Χειρόγραφα κοκαΐνης. Αν λοιπόν ευφορία είναι η ηθελημένη νάρκωση κάθε έγνοιας, τότε η επιθυμία για ευφορία πηγάζει από μια δυσφορία που έχει τη βάση της στη συνείδηση. Συγκεκριμένα, στη συνείδηση που έχει επίγνωση της ζωής, δηλαδή του θανάτου: «Ο θάνατος ως ζώνη που περιβάλλει τη μέθη» (Μπένγιαμιν, Για το χασίς). Η ψυχοτροπογενής ευφορία είναι το σκόπιμο πάγωμα του θανάτου, ο διακτινισμός σε μια νηπενθή νιρβάνα όπου βιώνουμε τη συναίρεση όλων των αντιφάσεων. Με τη χρήση ουσιών βγάζουμε τη γλώσσα στον θάνατο, αναβάλλοντας τη στιγμή που θα μας την κόψει.

Ο εύστοχος στίχος «Μ’ αγαπάς ή τζάμπα πίνω;» καθίσταται λιγότερο εύστοχος αν σκεφτούμε ότι δεν έχει έναν αποδέκτη, αλλά τρεις. Το Εγώ συνεργάζεται υποχρεωτικά με τρεις αντιπάλους: το Υπερεγώ, το Αυτό και την Πραγματικότητα. Οι ουσίες αμβλύνουν τις ηθικές επιταγές, αναταράσσουν (διεγείροντας ή/και χαυνώνοντας) τις ασύνειδες ορμές και συσκοτίζουν τον έξω κόσμο. Στην προσπάθειά του να νιώσει ισχυρό, το Εγώ επικρατεί πρόσκαιρα πάνω στους τρεις άσπονδους φίλους του, αλλά με βαρύ τίμημα: με την πάροδο της δανεικής ευφορίας, οι φίλοι επανέρχονται δριμύτεροι, καθώς μοιάζει σαν να πιάστηκαν κορόιδο. Ό,τι μας «φτιάχνει», προφανώς θα μας «χαλάσει»: η κατάχρηση ουσιών, σαν τον τοκογλύφο, γυρνά μπούμερανγκ. «Το αλκοόλ δεν διαλύει τις πραγματικές λύπες», λένε οι Κινέζοι και μακάρι να είχαν άδικο.

Αν ισχύει ότι οι λέξεις «πετώ» και «πέφτω» έχουν την ίδια αρχαία ρίζα (πέτομαι-πίπτω), τότε ίσως παίρνουμε ουσίες για να πετάξουμε, για να μας πετάξουμε, προτού γκρεμιστούμε. Αυτήν την πτήση/πτώση αναζητούν και οι καλλιτέχνες, εξού και αναλώνουν αβέρτα ουσίες νομίζοντας ότι αυτές θα συμβάλλουν στη δημιουργικότητα. Ωστόσο, αν η καλλιτεχνική ροπή είναι προδιατεθειμένη, τότε η χρήση ουσιών δεν γίνεται να τη γεννά, το πολύ-πολύ να μετατοπίζει προσωρινά το κέντρο βάρους της. Ας διαχωρίσουμε επιτέλους τον καταραμένο από τον καλλιτέχνη, παρότι αμφότεροι ρέπουν στις ουσίες για παρόμοιους λόγους, όπως και ο άθεος (ο τριπλός συνδυασμός σκοτώνει). Ο αληθινός καλλιτέχνης δεν μεμψιμοιρεί πλάι στη μποτίλια, ούτε μειώνει ζωντανούς και νεκρούς για να πάρει φαντασιακό μπόι, πουλώντας μούρη που δεν έχει κοιταχτεί ποτέ της στον καθρέφτη. Σκέφτεται. Δουλεύει. Δημιουργεί. Αντί λοιπόν να διαγ(κ)ωνιζόμαστε για το ποιος πίνει περισσότερο, ας μάθουμε να ξεχωρίζουμε ό,τι δημιουργούμε από ό,τι θέλουμε να αποφεύγουμε, γνωρίζοντας πότε καταναλώνουμε ουσίες και πότε φαιά ουσία. Ό,τι και να κατεβάσει ο μπάρμπας μου, Μπλέικ δεν θα γίνει.

«Δεν αντέχω την ανία», παραπονείται ο Σέρλοκ Χολμς χτυπώντας μια ένεση κοκαΐνης (Το σήμα των τεσσάρων). Εκτός από παυσίλυπος, ο ρόλος των ουσιών είναι και παυσανίας: ένας πόλεμος ενάντια στο καθημερινό, το φυσιολογικό, το κοινότοπο. Καλές και κακές ουσίες ωστόσο δεν υπάρχουν, αφού «η δόση κάνει το δηλητήριο» (Παράκελσος). Το φάρμακο γίνεται φαρμάκι όταν χάνεται ο έλεγχος κατά τη χρήση. Για να χαθεί ο έλεγχος δεν γίνεται όμως η (υπερβολική) χρήση; Φαύλος κύκλος, στη βάση του οποίου βρίσκονται τα σύμφυτα ελλείμματα του ανθρώπου. Η τυχόν απαγόρευση όλων των ουσιών θα όφειλε λοιπόν να συνοδεύεται από ένα ισοδύναμο συμπλήρωμα των ελλειμμάτων μας. Ποιο να είναι άραγε; Ο έρωτας; Να το πιο υπέροχο ναρκωτικό, που λίγο προτού πάψει να επενεργεί κινδυνεύεις να παντρευτείς και να βρεθείς σε κατάσταση «ενδιαφέρουσα».

Κι όμως, πώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς ουσίες όσοι από εμάς δεν είμαστε ιδιαίτερα επιρρεπείς στη ζωή; Μήπως στην κατάχρηση ουσιών λανθάνει η ορμή του θανάτου, η αυτοκτονία με έντοκες δόσεις; Ορθότατα έχει γραφτεί ότι το αλκοόλ δεν βοηθά εκείνον «που υποφέρει χωρίς ελπίδα», αλλά εκείνον που «περιμένει» (Αρανίτσης, «Ιστορία του αλκοόλ»). Τι περιμένει; Την ευφορία, μια σπάνια αίσθηση που προκύπτει, μεταξύ άλλων, όταν μπορείς να ζωγραφίζεις πάνω στον Τοίχο του Θανάτου ή να βαδίζεις παράλληλα με αυτόν πάνω στο έδαφος του χιούμορ. Γκράουτσο: «Γκαρσόν, δυο μπίρες!» Τσίκο: «Γκαρσόν, δυο μπίρες και για μένα!»   


Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: