«Το Κυνικό Τείχος»

[Πρώτη δημοσίευση: Acidart, 6/12/2010]

Κοιτάζω πίσω μονάχα για να κοιτάζω μπροστά. Κι όταν κοιτάζω πίσω στα σχολικά χρόνια, βλέπω κάτι που δεν θέλω επ’ ουδενί να μοιάζει με αυτό που βλέπω μπροστά μου. Αν το μεγαλύτερο δυστύχημα της «αιώνιας επιστροφής του ίδιου» είναι ότι θα ξαναζήσει κανείς με την οικογένειά του (Νίτσε), τότε το δεύτερο μεγαλύτερο δυστύχημα είναι ότι θα ξαναπάει σχολείο. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, ωστόσο, το σχολείο μπορεί να είναι κάτι σαν το Σινικό Τείχος: μια ωραία βόλτα πάνω σε ένα μεγάλο εμπόδιο.

Θυμάμαι τους περισσότερους καθηγητές ως έναν συντηρητικό και συμπλεγματικό συρφετό που για το καλό όλων θα έπρεπε κατά την ορκωμοσία του πτυχίου τους να ορκίζονταν ότι θα έβγαιναν κατευθείαν στη σύνταξη. Θυμάμαι έναν καθηγητή που επειδή κούναγε νευρόσπαστα τον δείκτη μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, νόμιζε πως μας επέβαλλε τη γνώμη του. Θυμάμαι μια καθηγήτρια που φόραγε πάντα μίνι, αλλά μας έκανε παρατήρηση όταν χαζεύαμε από πλήξη τα στραβά της πόδια. Θυμάμαι έναν καθηγητή που έβαζε πάντα μέτριους βαθμούς για να αποδείξει ότι κανείς δεν αξίζει, εκτός από τον ίδιον, που έμενε βέβαια μετεξεταστέος στην καρδιά μας. Θυμάμαι αρκετούς καθηγητές και καθηγήτριες να μπαλώνουν τα ρούχα τους μες στην τάξη κι εμάς να θέλουμε να βγούμε έξω ολόγυμνοι και να δαχτυλοδείξουμε πόσο ψυχοπνευματικά κακοντυμένοι ήταν οι βασιλιάδες και οι βασίλισσές μας. Μου πήρε χρόνια να κατανοήσω γιατί στα δεκαεννιά μου αγαπούσα αρκετά από τα βιβλία που έκαιγα στα δεκάξι μου.

Θυμάμαι όμως και το σχολείο ως μικρογραφία μιας ανήλικης κοινωνίας όπου το συμφέρον κινούσε τα περισσότερα εφηβικά νήματα, ακόμα κι όταν φαινόταν να δεσπόζει κάποια ρομαντική τρέλα. Θυμάμαι εκείνο το βιαίως ανιαρό, δήθεν πολιτικοποιημένο γκρουπούσκουλο του λυκείου μου, το δεκαπενταμελές, που αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τους χείριστους μαθητές και εξέλεγε για πρόεδρο το μεγαλύτερο «χημείο» του σχολείου. Μόλις άρχιζε η κατάληψη, ο «πρόεδρος» έπαιρνε τη θέση του λυκειάρχη στον σχολικό άμβωνα και, αφού πρώτα καταδίκαζε μπρος στο αμούστακο ποίμνιο το γεγονός ότι «το κυλικείο μας δεν φέρνει τουλουμπάκια», διακήρυσσε ότι «η κατάληψη γίνεται επειδή το λύκειό μας δεν έχει Χημείο!» Αναγκαία η ελαφρότητα, αρκεί να μη συγχέεται με τη βαρύτητα, ένιωσα όταν άκουσα εκείνες τις φράσεις που μου προκάλεσαν μια εύθυμη κατήφεια και μου γέννησαν, χρόνια αργότερα, τη στωική επίγνωση ότι «εκεί πάνω» βρίσκεται κανείς για τελείως διαφορετικούς λόγους από αυτούς που πιστεύουν οι περισσότεροι «από κάτω». Κατάληψη γινόταν, τότε δεν ξέραμε όμως τι ακριβώς θέλαμε ή έπρεπε να καταλάβουμε.

Αν αναλογιστούμε την τωρινή έξωθεν κατάληψη της χώρας, θα δούμε πως η πρόσφατη δήλωση ενός πρωθυπουργικού συμβούλου ότι η Ελλάδα θα βγει από την (οικονομική) κρίση σε «μισή γενιά» ήταν απλώς άλλο ένα κερασάκι σε μια τούρτα μουχλιασμένη εδώ και χρόνια. Εντούτοις η γενιά μου, σχεδόν μια γενιά μεγαλύτερη πια από τη γενιά που τώρα τελειώνει το σχολείο για να κάνει ποιος ξέρει τι με ποιος ξέρει τι προοπτικές, πίστευε (καλώς ή κακώς) στο μέλλον. Ήταν η εποχή όπου την κατάρρευση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών («τέσσερις λέξεις, τέσσερα ψέματα», έλεγε δικαίως ο Καστοριάδης) ακολούθησε η «εκδημοκρατική» πολεμική δράση της άγριας Δύσης λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από τα σπίτια μας. Κάποιοι οραματιστήκαμε τότε κάποιους δρόμους διαφυγής και τους ακολουθήσαμε όλο αγωνία και λαχτάρα. Ακόμα κι αν κάναμε δουλειές που δεν αγαπούσαμε και μετά τεμπελιάζαμε περισσότερο από όσο θα μας ωφελούσε μακροπρόθεσμα, βλέπαμε μια προοπτική μεταβολής κάποιων όρων καταπίεσης, μιζέριας και στρέβλωσης. Μπορεί η προοπτική να υπήρξε από κάποιες όψεις φαντασιωτική, ακόμα κι εσφαλμένη, όμως υπήρξε.

Έφτασε πια η ώρα να καταλάβουμε ότι το παλαιοσοσιαλιστικό χάπι δεν μας γιατρεύει από τη νεοφιλελεύθερη αρρώστια, ούτε η συντηρητική θερμοφόρα μάς ζεσταίνει από το κομουνιστικό κρυοπάγημα. Ο μαθητής πιέζεται για χρόνια να παίρνει είκοσι ακόμα κι αν δεν έχει καταλάβει τίποτα, πιέζεται να σπουδάσει αν και συνειδητοποιεί ότι μάλλον δεν έχει πια και τόσο νόημα. Όταν μαθαίνει πόσα παίρνει ένας νεοδιορισμένος γιατρός ή ένας νεοπροσληφθείς δικηγόρος στην πόλη –αναφέρουμε σκόπιμα κάποια ανέκαθεν προβεβλημένα επαγγέλματα–, σκέφτεται πιθανόν να αποδράσει στην επαρχιακή πατρίδα των προγόνων του. Αλλά κι εκεί η ανεργία, η άγνοια, η κουτοπονηριά, η περιβαλλοντική αλλοίωση και η κοινοτική αλλοτρίωση τον αναμένουν με ανοιχτές δαγκάνες. Σήμερα που τα μόνα ευπώλητα προϊόντα είναι τα λουκέτα, οι μυγοσκοτώστρες και τα ξυράφια, υπάρχει άραγε δρόμος για τη νεότερη, αλλά όχι μόνο, γενιά; Και πώς θα χαρακτηριστεί κάποτε στο μέλλον αυτή η γενιά που το 2008 έγραφε στους τοίχους «ερχόμαστε από το μέλλον»; Δεκεμβριανή και οργισμένη; Ή καταθλιμμένη και χρεωμένη; Ή σκόρπια; Ή θα βρεθεί ένας νεολογισμός που θα συμπυκνώνει όλον αυτόν τον ρευστό χαμό; Είναι άραγε νομοτελειακό να ζουν οι τράπεζες τόσο πολύ εις βάρος των κοινωνιών που τις στηρίζουν; Μήπως θα έπρεπε κάποια στιγμή να αφαιρεθούν κάποιοι τραπεζίτες; Με ή χωρίς αναισθητικό;

Ξέρουμε ότι ο κόσμος είναι ένα παράλογο χάος, ένας κβαντικός συσχετισμός δυνάμεων όπου η ατομική επίδραση είναι από ανεπαίσθητη έως ανύπαρκτη και όπου δεν υπάρχει μία ορθή λύση για κάθε πρόβλημα. Ξέρουμε επίσης ότι ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένα νοήμον κτήνος. Ωστόσο, ή ακριβώς γι’ αυτό, ο αγώνας για ένα πιο αυθεντικό και εύρωστο μέλλον είναι προπαντός ένας αγώνας που μόνο με τη ριζική μεταλλαγή του πολιτισμού μας και της παιδείας του μπορεί να καρπίσει. Έρχεται μια στιγμή όπου ο έφηβος άνθρωπος στρέφεται εναντίον όλων όσοι και όσα τον πληγώνουν. Καλό θα ήταν να διατηρήσει αυτήν τη στάση και στην ενήλικη ζωή του, μαθαίνοντας να διακρίνει και να προκρίνει αυτά που τον γεμίζουν από αυτά που τον αδειάζουν. Να φωτίζει τα σκοτάδια του, να αντιστέκεται στην παντοδύναμη βλακεία, να κλείνει οθόνες και να ανοίγει βιβλία, να αφήνει τους τέσσερις τοίχους και να βγαίνει στον ήλιο, να παραγκωνίζει όσους ευνουχίζουν τις κλίσεις του, να πιστεύει στον έρωτα αλλά εν ανάγκη και στη βία. Να μην ξεχνά ποτέ μα ποτέ ότι η Αρμονία είναι κόρη του Άρη και της Αφροδίτης, και έχει αδελφό τον Φόβο. Ίσως αυτός να είναι ένας τρόπος να σκοινοβατούν οι νέοι πάνω από το τσίρκο που στήθηκε για αυτούς και τους αναγκάζει να ταλαντεύονται ανάμεσα στην άκριτη συμμόρφωση και στην άτεγκτη κατάθλιψη. Κανείς δεν γεννιέται δυστυχισμένος.

Αφού δεν γνωρίζω τη «συνταγή για τα μαγειρεία του μέλλοντος» (Μαρξ), δεν είμαι σε καμία θέση να νουθετώ καμία γενιά, το πολύ-πολύ να μηρυκάζω τα βαριά ελλείμματα της δικής μου. Αισιοδοξία, λοιπόν, μηδαμινή. Επειδή όμως ο απαισιόδοξος και ο σκεπτικιστής έχουν πάντα δίκιο, και επειδή αν δεν ελπίζει κανείς στους νέους δεν έχει να ελπίζει σε τίποτα, ας προσβλέπουμε στις δυναμικότερες πτυχές του εαυτού μήπως τυχόν εντοπίσουμε και πραγματώσουμε τις ομορφιές και τα δίκαια που μας αξίζουν. Νομίζουμε ότι θα γλιστρήσουμε εκεί όπου υπάρχουν πολλές μπανανόφλουδες, ενώ γλιστράμε εκεί όπου υπάρχει μόνο μία. Και η σημερινή παιδεία είναι μια τεράστια μπανανόφλουδα. Προσωπικά ξαναμιλώντας, το Κυνικό Τείχος πάνω στο οποίο τρεκλίζω δεν ήταν δικής μου έμπνευσης και κατασκευής. Το σχολείο μου συνέβαλε στο να βρω τον αποπροσανατολισμό μου.

Γιώργος Λαμπράκος


Αρέσει σε %d bloggers: