«Μικρή Ελλάδα-Μεγάλος Ντικ»

[Πρώτη δημοσίευση: Acidart, Φεβρουάριος 2011]

«Φιλαράκι πεινάω, μήπως σου περισσεύουν μερικά δις;» Αυτή τη ναρκωμένη ερώτηση απευθύνουν κάθε λίγο και λιγάκι οι ηγέτες μας προς τη διεθνή κοινότητα, ενόσω το αποβλακωμένο μυαλό του homo zapiens αναμένει την απάντηση επί του καναπέως. Η Ελλάδα έχει καταντήσει μια ισχνή και άσχημη πρεζού που γυροφέρνει όσους έχουν χρήματα, εκλιπαρώντας για την επόμενη δόση της, δηλαδή την επόμενη λήθη της. Κάθε βράδυ κοιμάται με τον τρόμο της επόμενης ημέρας: θα ξυπνήσω; Θα καταφέρω μετά να σηκωθώ και να πάρω τη δόση μου; Θα βρω μετά ένα ήσυχο μέρος να τη βγάλω; Και μετά; Τα ίδια; Μέχρι πότε; Ποιος την είδε και δεν τη λυπήθηκε.

Η κατάσταση της Ελλάδος αντανακλάται εύστοχα στα έργα του αμερικανού συγγραφέα Φίλιπ Ντικ, έργα πλούσια σε ιδέες και φτωχά σε μελόδραμα, τα οποία προσφέρονται για μερικές, έστω και σχηματικές, αναλογίες. Ας δούμε τη ζωή του Φρεντ και του Μπομπ από το μυθιστόρημα Έρευνα στο σκοτάδι: ο αστυνομικός Φρεντ αναλαμβάνει να κυνηγήσει τον ναρκομανή Μπομπ, που δεν είναι άλλος από τον εαυτό του. Σε αυτή την ιλαροτραγική έρευνα ο Φρεντ/Μπομπ δεν γνωρίζει πάντα ποιος είναι, καθώς η χρήση της ναρκωτικής ουσίας «Θ» διασπά την επικοινωνία των εγκεφαλικών του ημισφαίριων. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στον Έλληνα που, ακόμα κι όταν δεν κάνει χρήση ναρκωτικών, είναι μονίμως και εθνικά διχασμένος σε θύτη και θήραμα, σε Δυτικό και Ανατολίτη, σε νικητή και ηττημένο. Στον σημερινό μεταμοντέρνο κόσμο του ύστερου καπιταλισμού, μάλιστα, η ταυτότητά του έχει περιπλεχτεί ακόμα περισσότερο, καθώς τα όρια μεταξύ ορθού και λάθους, αυθεντικού και απομίμησης, πραγματικού και εικονικού, αν και δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρα, έχουν πλέον διασαλευτεί ανεπανόρθωτα.

Η χώρα μας μοιάζει σαν να πολλαπλασιάζει τα κύτταρα που πεθαίνουν χωρίς να αντικαθίστανται, καθώς και τα κύτταρα που αναπλάθουν τα ελαττωματικά χαρακτηριστικά της. Έχει γεμίσει ανθρώπους που παραπαίουν νεκροφανείς, θυμίζοντας τους ημιζώντες ήρωες οι οποίοι αναζητούν το σπρέι “Ubik” στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντικ για να ψεκαστούν προκειμένου να αναζωογονήσουν την άψυχη ψυχή τους. Ανδροειδή που, όπως συνέλαβε ο Ντικ στο Do androids dream of electric sheep?, γίνονται αντιληπτά ως διακριτά από τους ανθρώπους μόνο αν αποτύχουν στο τεστ της ενσυναίσθησης. Ωστόσο, αυτό είναι μόλις ένα από τα πάμπολλα τεστ στα οποία θα έπρεπε να υποβαλλόμαστε καθημερινά, όπως η αυτογνωσία, η ειλικρίνεια, η υπευθυνότητα, η ακεραιότητα, η εγρήγορση, η ευσυνειδησία, η σοβαρότητα, η μαχητικότητα, η ανεξαρτησία, η ευγένεια. Η ιστορία δείχνει πως όταν κάποιοι αποτυγχάνουν επανειλημμένα στα άνωθεν τεστ και αποδεικνύονται ανδροειδείς, τότε εμφανίζονται κάποιοι άλλοι που, όπως στο βιβλίο του Ντικ, τους «αποσύρουν».

Εξυπακούεται πως η κατάσταση μιας χώρας δεν απορρέει από τις ψυχονοητικές ιδιότητες των πολιτών της: οι συσχετισμοί των πολιτικών θεσμών, των οικονομικών δυνάμεων και των κοινωνικών τάξεων παίζουν μείζονα ρόλο. Ωστόσο, κάποιες ιδιότητες έχουν αρχέτυπες βάσεις. Οι περισσότεροι Έλληνες έχουμε μεταλλαχτεί στα «μπλόμπελ» του ομώνυμου διηγήματος του Ντικ, όπου άνθρωποι και μπλόμπελ αποκτούν τα αποκρουστικότερα γνωρίσματα του εχθρού τους ώστε να εισέλθουν αναντίληπτα στο έδαφός τους. Όντας Ανατολίτες παλαιόθεν, προσπαθούμε εδώ και δύο αιώνες να μεταλλαχτούμε σε Δυτικούς και συγχρόνως να τους νικήσουμε εκτός έδρας. Αξιώνουμε ένα κράτος ισχυρό ώστε να μας προστατεύει, αλλά και ανίσχυρο ώστε να του ξεφεύγουμε. Εργασία πολύωρη ώστε η μέρα μας να γεμίζει, αλλά ολιγόωρη ώστε η λοιπή μέρα να γεμίζει με τηλεόραση. Τέχνη σπουδαία ώστε να μας συνεπαίρνει, αλλά και ρηχή ώστε να κολακεύει τις προκαταλήψεις μας. Ατομικότητα με πολλά δικαιώματα, μα ελάχιστες υποχρεώσεις. Γνώση επί παντός επιστητού, μα χωρίς εμβάθυνση.

Με τη σειρά τους, οι αντινομίες του μεταμοντερνισμού εμποδίζουν τον γόνιμο συγκρητισμό, πολλαπλασιάζοντας τα νεωτερικά παράδοξα. Στον μεταμοντέρνο κόσμο επισκεπτόμαστε συχνά την ΑΝΑΜΝΗΣΗ Α.Ε., μια εταιρία σαν αυτήν που επισκέφτηκε ο ήρωας του διηγήματος του Ντικ Το θυμόμαστε εμείς για σας. Κι ενώ αυτός ήθελε να ταξιδέψει στον Άρη, αλλά επειδή δεν του έφταναν τα λεφτά, του τοποθέτησαν μια ψευδομνήμη προσομοίωσης του ταξιδιού, ο μεταμοντέρνος άνθρωπος θέλει να ταξιδέψει σε μια καταναλωτική ευτοπία (ή δυστοπία;) απειράριθμων γκάτζετ που είναι πιο γρήγορα, πιο έξυπνα, πιο απομονωτικά, πιο προσομοιωτικά των επιθυμιών του (ο Ντικ ανέπτυσσε την ιδέα της προσομοίωσης ήδη από τη δεκαετία του 1950). Μήπως ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να παίζουμε «Συγκυρία», το παιχνίδι που αναφέρει ο Ντικ στο διήγημα Πολεμικό παιχνίδι, μια αντιμονόπολη όπου νικητής βγαίνει όποιος διαθέτει στο τέλος τις λιγότερες μετοχές;

Η Ελλάδα συμπεριφέρεται σαν τον Τζέισον Τάβερνερ στο Κυλήστε, δάκρυά μου, είπε ο αστυνομικός του Ντικ. Ο διάσημος παρουσιαστής Τάβερνερ ξυπνά μια μέρα και κανείς δεν τον αναγνωρίζει: τίποτα δεν έχει αλλάξει, μα όλα είναι αλλιώς. Η ζωή του γίνεται πλέον μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει τους πάντες ότι υπάρχει. Κι όμως, ο Τάβερνερ συνειδητοποιεί κάτι βασικό: ό,τι και να πιστεύει ο ίδιος για τον εαυτό του, ο άλλος είναι αυτός που θα πρέπει να τον αναγνωρίσει, προσδίδοντάς του τη χαμένη του ταυτότητα. Η Ελλάδα έχει απεναντίας μια εν πολλοίς φαντασιακή σχέση με τον εαυτό της, αφού δεν επιτρέπει σε κανέναν να την κρίνει. Σκοτεινό παράδειγμα της ελληνικής συνείδησης είναι η συχνή χρήση των λέξεων «φιλέλληνας» και «ανθέλληνας», ωσάν ανάμεσα στον αμετάκλητο φίλο και τον αμετανόητο εχθρό να μην υπάρχουν ενδιάμεσες διαβαθμίσεις, ή ωσάν εμείς να είμαστε οι μόνοι που (επιτρέπεται να) έχουν συμφέροντα. Για να επιμείνουμε στις λέξεις, είναι τυχαίο ότι ο «μάγκας», ο «πτωχαλαζόνας» και ο «κουτοπόνηρος» δεν μεταφράζονται εύκολα;

Η οφθαλμοφανής τύφλωση μπροστά στην αναγκαιότητα αναγνώρισης από τον άλλον δεν έχει αμβλυνθεί ούτε και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ο ελληνικός παρωπιδισμός φαντάζει πεπρωμένος, αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της κωμικοτραγικής σχέσης μας με το ένδοξο (για τους αρχαίους, εννοείται) παρελθόν. Ιστορικά έχει καταδειχτεί ότι η Άπω Δύση είναι μια ύαινα, που κατασπάραξε και θα κατασπαράζει ψοφίμια. Προτού την κατηγορήσουμε, θα πρέπει να καταλάβουμε γιατί ψοφάμε. Γιατί, ας πούμε, όλα όσα κάνουμε προέρχονται από την Άπω Δύση, με μια κάποια χρονική (και νοητική) υστέρηση; Εδώ αναφαίνεται το ζήτημα της ευθύνης και της υπεύθυνης απόφασης, άγνωστες σε Έλληνες κάθε βαθμίδας, από τους συνειδητά ασυνείδητους εγκληματίες πολιτικούς και τραπεζίτες μέχρι τον τελευταίο βλακέντιο τεμπέλη.

Θα μπορούσε άραγε να υπάρχει μια κάπως εναλλακτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, σαν αυτήν που παρουσιάζει ο Ντικ στον Άνθρωπο στο ψηλό κάστρο με θέμα την επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα στον Βʹ Παγκόσμιο Πόλεμο; Πιθανόν, καθώς η Ελλάδα όντως διέθετε τους δικούς της «προγνώστες», τα όντα που στο Μειοψηφικό πόρισμα του Ντικ προγνωρίζουν το μέλλον και το ανακοινώνουν: ποιητές και στοχαστές  που, χωρίς να διαθέτουν τις ψιονικές ιδιότητες των ντικιανών χαρακτήρων, ανέδειξαν με τον τρόπο τους διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής ταυτότητας, όπως και υπαινίχθηκαν κάποιες ελπιδοφόρες προοπτικές της. Ήταν άραγε τόσο δυσεύρετοι αυτοί οι «προγνώστες», ή μήπως κλείσαμε τον νου μας απέναντι σε καθέναν που, με τις ευτελείς λοιδορίες του «ονειροπόλου» ή του «απαισιόδοξου», αγνοήθηκε ή το πολύ-πολύ συζητήθηκε μεταξύ ελάχιστων; Οι ζωντανοί δεν μπορούν να υπηρετήσουν τόσο τους νεκρούς, όσο μπορούν οι νεκροί να υπηρετήσουν τους ζωντανούς. Αλλά η εξυπηρέτηση νεκρών από νεκρούς είναι αδύνατη.

«Αν συναντούσα ποτέ έναν εξωγήινο, θα είχα περισσότερα να συζητήσω μαζί του απ’ ό,τι με τους γείτονές μου, που βλέπουν συνέχεια τηλεόραση», έγραψε ο Ντικ τη δεκαετία του ’70. Σαράντα χρόνια μετά, ο Ντικ παραμένει εκνευριστικά επίκαιρος, αν σκεφτούμε ότι πάνω από τέσσερα εκατομμύρια συνάνθρωποί μας παθαίνουν «ομαδική παραίσθηση» (το βασικό θέμα των έργων του κατά τον ίδιον τον Ντικ) παρακολουθώντας καθημερινά και συστηματικά εκπομπές μαγειρικής και ποδόσφαιρο, που σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη συζήτηση μαζί τους δεν γίνεται παρά να επικεντρώνεται σε οφσάιντ και εικονικούς λαχανοντολμάδες. Οι περισσότεροι Έλληνες δεν έχουν βαρεθεί να ακούνε ότι το μαχαίρι «θα φτάσει στο κόκαλο», να «πέφτουν από τα σύννεφα» όταν ακούν πως κάθε πολιτικοοικονομικό σκάνδαλο πέφτει «σαν κεραυνός εν αιθρία» και αποτελεί την «κορυφή του παγόβουνου» (του οποίου τη βάση φυσικά δεν τολμούν να μάθουν), ή πως τα εγκλήματα γίνονται πάντα από «ανθρώπους της διπλανής πόρτας» (ποτέ της δικής τους). Κι όλα αυτά σερβιρισμένα σε θερμοκρασία δωματίου.

«Δεν υπάρχει κουλτούρα εδώ στην Καλιφόρνια, μονάχα σκουπίδια… Αν ο Θεός εμφανιζόταν εδώ σε μας, θα είχε τη μορφή ενός σπρέι που διαφημίζεται στην τηλεόραση». Αυτήν την απάντηση έδωσε ο Ντικ στην ερώτηση του Στάνισλαβ Λεμ σχετικά με το γιατί βάζει τόσο trash στο έργο του. Με τα νέα πολυμέσα, το σκηνικό της μιντιακά προκαλούμενης ψυχονοητικής ισοπέδωσης και της συνακόλουθης επικοινωνιακής ψύξης ολοκληρώνεται: trash in, trash out. Στο Do androids dream of electric sheep? το πάτημα του 888 στη «συσκευή παραγωγής διάθεσης» δημιουργεί «την επιθυμία να βλέπεις τηλεόραση ό,τι κι αν δείχνει». Μήπως πρέπει να σταματήσουμε να το πατάμε, ιδίως σήμερα, που η πιο δημοφιλής εκπομπή ονομάζεται «πραγματικότητα» (ριάλιτι); Επιστημονική φαντασία δεν είναι τα βιβλία του Ντικ, αλλά η πολιτισμική μας αναμόρφωση.

Δεν πρέπει να λέμε «τι παράξενος κόσμος», αλλά «τι παράξενοι κόσμοι», λέει η αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα Έιντζελ στη Μετεμψύχωση του Τίμοθι Άρτσερ του Ντικ, προσθέτοντας: «κόσμοι των οποίων οι τροχιές δεν τέμνονται ποτέ». Αυτή η αίσθηση ότι ζούμε σε παράξενους παράλληλους κόσμους και ότι η μεταξύ τους σύγκριση είναι δυσέφικτη μας παγώνει. Τι μπορεί να κάνει μια μικρή χώρα απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις; Ποτέ απολύτως τίποτα. Διότι είναι άλλο πράγμα, και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, να βάζει κάποιος τα δυνατά του και να χάνει, και άλλο πράγμα να πέφτει αμαχητί και να κατηγορεί τους πάντες για την πτώση του, πλην του εαυτού του. Ήττα είναι η φυγομαχία.

«Όσο μεγαλώνεις, τόσο πιο ηλίθιος γίνεσαι… Κάποια στιγμή καταλήγεις να σκαλίζεις τα λουλούδια στην πίσω αυλή, ενώ έχει ξεσπάσει ο Τρίτος Παγκόσμιος», έγραφε ο Ντικ. Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι όπως θα θέλαμε; Όχι, θα απαντούσε, και δικαίως. Θα μπορούσαν να είναι λίγο καλύτερα; Ναι, θα απαντούσε αυτή τη φορά και θα έγραφε μια ιστορία για να μας φανερώσει τους παλιούς και νέους τρόπους ελέγχου του μυαλού, αλλά και τις όποιες δυνατότητές μας να τους ξεφεύγουμε κατακτώντας, έστω και πρόσκαιρα, ελευθερία και ασφάλεια. Όσο για την Ελλάδα, δεν διαθέτει ούτε τόσο πολλά ώστε να μην έχει ανάγκη κανέναν, ούτε και απολύτως τίποτα ώστε να αποφασίσει να κόψει τους εθισμούς: έχει ακριβώς τόσα ώστε να ζει, όπως κάθε ναρκομανής, πεθαίνοντας.

Γιώργος Λαμπράκος


Σημείωση: όλα τα αποσπάσματα προέρχονται από τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων (εκδ. Alien, Μέδουσα, Parsec, Τόπος), με εξαίρεση τα αποσπάσματα από το Do Androids Dream of Electric Sheep? και από τη βιογραφία του Lawrence Sutin, Divine Invasions: A Life of Philip K. Dick.


Αρέσει σε %d bloggers: