Συνέντευξη στον Δημήτρη Νάκο

Ο Γιώργος Λαμπράκος, συγγραφέας και μεταφραστής, παρουσιάζει το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του, με τίτλο «Υπογείωση», από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η «Υπογείωση» (μια λέξη που ο συγγραφέας έχει εμπνευστεί από την ποίηση του Αργύρη Χιόνη) είναι ένα πεζογράφημα-μονόλογος: μια μεσήλικη αλκοολική γυναίκα, η Άννα, ζει μόνη σε ένα άθλιο υπόγειο κάνοντας απολογισμό της ζωής της. Το έργο του Γιώργου Λαμπράκου, με λόγο σύγχρονο, αληθινό και καθόλου επιτηδευμένο, διαβάζεται απνευστί!

Συνέντευξη στον Δημήτρη Νάκο

Γιώργο, για μία ακόμη φορά προτιμάς το μικρής έκτασης κείμενο. Επιλογή ή δοκιμή ύφους;

Πρόκειται για επιλογή, αλλά όχι εντελώς προσωπική, με την έννοια ότι μου την επέβαλαν και οι ανάγκες του ίδιου του έργου. Επειδή με έχουν «κατηγορήσει» πως γράφω μικρά βιβλία, έχω να πω το εξής: πιστεύω πως το μέγεθος ενός βιβλίου δεν πρέπει να κρίνεται καθαυτό, αλλά πάντα σε σχέση με το προσφερόμενο περιεχόμενο και τη δεδομένη μορφή που αποφάσισε να του προσδώσει ο λογοτέχνης και που έχει ανάγκη το ίδιο το έργο. Τα έργα έχουν τις δικές τους ανάγκες, όπως και οι άνθρωποι. Δεν πρέπει να επιβάλλουμε στα έργα πράγματα που δεν τους ταιριάζουν, γιατί τότε έχουμε τραγελαφικά αποτελέσματα. Παράλληλα πιστεύω και στη λεκτική εγκράτεια, όπως τη βρίσκουμε στον Μπέκετ ή στον Χειμωνά, και συχνά απορώ με διάφορους πεζογράφους οι οποίοι δημοσιεύουν αβίαστα και αστόχαστα εκατοντάδες πλαδαρές σελίδες, που ή τις πηδάς ή σε πηδάνε. Τόσο πολλά έχουν να μας πουν; Ή μήπως ενδιαφέρονται μονάχα για υψηλές πωλήσεις; Αναρωτιέμαι.

Η ηρωίδα σου, η Άννα, είναι ένας άνθρωπος που ζει απομονωμένος, ξεχασμένος, υπογειωμένος. Πόσο το έχει επιλέξει η ίδια;

Θα έλεγα πως το έχει επιλέξει ελάχιστα, πως η τσαλαπατημένη ζωή της είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών και οικογενειακών της σχέσεων, σε συνδυασμό με την εκρηκτική της ιδιοσυστασία και τον παράγοντα «τύχη» (διάβαζε: «ατυχία»). Όλα αυτά μπαίνουν στο καζάνι που ονομάζουμε ζωή, έπειτα τέχνη, και ελπίζουμε το γεύμα να είναι και νόστιμο και θρεπτικό. Πάντως, χωρίς να υποτιμώ φυσικά τις σημαντικές κοινωνικές ελευθερίες μας, όσο και να θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε ελεύθεροι, πολύ φοβάμαι πως είμαστε εν πολλοίς καθορισμένοι.

Οι παλαιότερες γενιές έχουν τη συναίσθηση της ευθύνης που τις βαραίνει για τη σημερινή κατάσταση;

Σε καμία περίπτωση. Βλέπουμε άραγε τριγύρω μας καμιά ουσιαστική αυτοκριτική και ανάληψη ευθύνης, βλέπουμε άραγε τους ανθρώπους των παλαιότερων γενεών να αναστοχάζονται τα λάθη τους και να απολογούνται; Αρκεί να αναλογιστούμε ποιοι έχουν το θράσος να ξαναζητήσουν την ψήφο μας, για να φανεί ότι δεν υπάρχει συναίσθηση της ευθύνης για την τρέχουσα κατάντια. Αλλά κι εμείς (με το «εμείς» εννοώ ανθρώπους δίχως ισχυρή εξουσία, ούτε σε θέσεις με επιρροή κ.λπ.) τι κάνουμε τόσα χρόνια; Δεν κάνουμε τα στραβά μάτια; Θέλω να πιστεύω πως η Υπογείωση, όπως και τα προηγούμενα βιβλία μου, εντοπίζουν κάποιες από τις δυσαρμονίες του σύγχρονου βίου και, παρότι δεν προτείνουν κάτι πρακτικό (εξάλλου δεν είναι αυτός ο ρόλος της λογοτεχνίας), στρέφουν την προσοχή του αναγνώστη προς τα θεμελιώδη ζητήματα. Δεν λαϊκίζουν, δεν εφησυχάζουν, δεν ξεχνούν. Τα σημερινά βάθρα είναι χτισμένα πάνω σε βόθρους. Ας τους ανοίξουμε.

Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τη λογική και το παράλογο. Τι είναι πιο επικίνδυνο;

Νομίζω πως επικίνδυνη είναι η κατάχρηση τόσο της λογικής, όσο και του παραλόγου. Η υπερεκτίμηση του ορθολογισμού και της λογικής έφερε τον Δυτικό πολιτισμό στο σημερινό απαράδεκτο σημείο να υπολογίζει τα πάντα από οικονομική άποψη. Αλλά ό,τι μετράει, δεν μετριέται. Ο έρωτας, η φιλία, η αλληλεγγύη, η τέχνη, μια βουτιά σε καθαρή θάλασσα, είναι πράγματα που δεν μετριούνται με καμία χρηματική λογική. Πόσο κοστίζει ένα ποίημα του Καρούζου ή ένα «τραγούδι χωρίς λόγια» του Μέντελσον; Η δε ερώτηση «Πόσο κοστίζει ο Παρθενώνας;» με τρομάζει, όταν υπάρχουν πολλοί ανώμαλοι εκεί έξω που θα έτρεχαν να δώσουν προσφορές. Από την άλλη, και το παράλογο είναι αναπόδραστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, και δεν μας επιτρέπεται να το απωθούμε. Ο 20ός αιώνας, εξαιτίας των ωμοτήτων του αλλά και με την υψηλή τέχνη του, συνέβαλε στην κατανόηση του παραλόγου, ενώ πιστεύω πως έδωσε και κάποιες λύσεις (π.χ. με την ψυχανάλυση) που ενίοτε βοηθούν για να το κατευθύνουμε προς δημιουργικότερους στόχους. Σε κάθε περίπτωση, κάτι πάει στραβά με τη λογικά παράλογη ανθρωπότητα. Ονειρεύτηκα τρομαγμένα ζόμπι να ουρλιάζουν: «Βοήθειααα! Άνθρωποιοιοι!» Είχαν δίκιο.

Είναι τελικά αναγκαίο να «υπογειωθούμε», για να «απογειωθούμε»;

Οπωσδήποτε, Δημήτρη. Η δήθεν «απογείωση» της Ελλάδας της διαφθοράς, της αθλητικομανίας, του σκυλάδικου και του δανεικού λαϊφστάιλ πληρώθηκε με τεράστιο τίμημα. Αφού αυτό θέλαμε, αφού τόσο αξίζαμε, ας προσέχαμε. «Καθένας αξίζει όσο αξίζουν αυτά που φροντίζει», λέει ένας σοφός. Χρειαζόμαστε μια ουσιαστική «υπογείωση», όχι φυσικά για να πονέσουμε μαζοχιστικά, αλλά για να αναδυθούμε πιο δυνατοί και υγιείς, με πίστη και θέληση για μια κοινωνία λιγότερο άσχημη, λιγότερο άνιση, αποτινάσσοντας την αισιοδοξία, όταν αυτή αποδεικνύεται αυτοκαταστροφική. Εδώ η συμβολή του καλλιτέχνη συνίσταται στο να φανερώνει αλήθειες, αλλά πάντα με αισθητικά μέσα.


Αρέσει σε %d bloggers: